Google+ To Φανάρι : Καταχραστές προγονικής κληρονομιάς

Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2017

Καταχραστές προγονικής κληρονομιάς

Οποτεδήποτε οι έξω προσπαθούν να επέμβουν εντός, τοποθετείται  ενώπιόν τους σαν ανάχωμα  το ένδοξο παρελθόν
«Για τον άνδρα που πιστεύει ότι είναι κάτι σημαντικό δεν υπάρχει τίποτε αισχρότερο παρά να παρουσιάζεται ότι τιμάται όχι για τον εαυτό του αλλά εξαιτίας της δόξας των προγόνων. Βέβαια, οι τιμές των γονέων είναι για τους απογόνους ωραίος και μεγαλοπρεπής θησαυρός, είναι όμως αισχρό και άνανδρο να χρησιμοποιεί κάποιος τον θησαυρό είτε των χρημάτων είτε των τιμών και να μην τον παραδίδει στους μεταγενέστερους, επειδή δεν έχει ο ίδιος αποκτήματα και δόξα».
Πλάτωνος «Μενέξενος», 247b, εκδόσεις Κάκτος, σελ. 207...


Οι προαναφερθείσες φράσεις, σύμφωνα με την πλατωνική καταγραφή, δεν ανήκουν, όπως συνήθως, στον Σωκράτη αλλά στην Ασπασία*, τη θυελλώδη, χαρισματική σύζυγο του Περικλή, η οποία έγραψε επιτάφιο λόγο για νεκρούς πολεμιστές και ο Σωκράτης μετέφερε στον συνομιλητή του τα λόγια της. Ο Μενέξενος και ειδικά αυτό το σημείο δεν θυμίζουν αυτό που αποκαλείται «γυναικεία» γραφή ή θηλυκή «ανάγνωση» της πολιτικής και της κοινωνίας. Είναι κείμενο σκληρό, λιτό, άτεγκτο. Οι απόψεις διατυπώνονται ωμά και απροκάλυπτα. Αισχρό και άνανδρο να τιμάται κάποιος για τους προγόνους και να μην έχει να παρουσιάσει ο ίδιος κάτι άξιο τιμής. Αυτά τα λόγια αλλά και όσα συμβολίζουν, εδώ και περισσότερες από δύο χιλιετίες, στοιχειώνουν τον Ελληνισμό και λειτουργούν σαν τις Ερινύες: Δεν μας αφήνουν να ησυχάσουμε, να βρούμε έναν αναπαμό από τους κατατρεγμούς της Ιστορίας και τα άλγη που μας προκαλεί η φύση μας.

Δεν πρέπει να υπάρχει ούτε ένας σ' αυτή τη χώρα που να μην ακούει επαίνους για τους αρχαίους, τους Βυζαντινούς και τους νεότερους που στέφθηκαν με τις πολεμικές δάφνες - ειδικά κάθε φορά που γίνεται λόγος για τις σχέσεις της Ελλάδας με το εξωτερικό. Οποτεδήποτε οι έξω προσπαθούν να επέμβουν εντός, τοποθετείται ενώπιόν τους σαν ανάχωμα το ένδοξο παρελθόν. Σε μεγαλύτερο ατόπημα δεν θα μπορούσαμε να υποπέσουμε. Η επανάληψή του, η άλογη και αλόγιστη χρήση του, όταν βρισκόμαστε σε θέση αδυναμίας, αποτελεί προσβολή και στους προγόνους αλλά και ασυγχώρητη υποτίμηση των δυνατοτήτων και της προσωπικότητάς μας: «Μη μας κακομεταχειρίζεστε, λυπηθείτε μας, οι πρόγονοί μας ήταν σπουδαίοι» λένε ή απλά υπαινίσσονται, με όσα λένε, εκείνοι που διαχειρίζονται τα δημόσια πράγματα.

Επειδή οι ίδιοι έχουν εύκαμπτη ηθική, χαμηλή αισθητική και περιορισμένες πνευματικές δυνατότητες, δεν φέρνουν το έθνος στο σημείο να χαίρεται για υπάρχον μεγαλείο και να επικαλείται σύγχρονα επιτεύγματα. Δεν προκύπτουν αυτά γιατί αποθαρρύνονται από το να τα προκαλέσουν όσοι θέλουν και μπορούν. Μια Ελλάδα των αξίων και των αξιών δεν θα είχε θρονιάσει αρλεκίνους στις κεφαλές των λειτουργιών και των θεσμών της. Οι διαχειριστές της παρακμής κάνουν αυτό που ξέρουν: αναλήψεις από τις ιστορικές καταθέσεις της πατρίδας μας μέχρι να μηδενίσει το κύρος του έθνους.

Είναι, όμως, στο χέρι όσων νιώθουν σημαντικοί να το αποδείξουν παίρνοντας τη χώρα πίσω από τους δυνάστες της και τους ελληνόφωνους συνεργάτες τους.
*Ο «Μενέξενος» είναι ένας πλατωνικός διάλογος που έχει προκαλέσει έντονες συζητήσεις αλλά και διαφωνίες στους μελετητές των έργων του Αθηναίου φιλοσόφου. Σ' αυτόν ο Σωκράτης απαγγέλλει στον Μενέξενο, τον γιο του Δημοφώντα, έναν επιτάφιο λόγο που υποτίθεται ότι συνέθεσε η Ασπασία για τους νεκρούς του Κορινθιακού Πολέμου (395-387 π.Χ.). Ο πρώτος προβληματισμός των σχολιαστών του πλατωνικού έργου είναι ο αναχρονισμός του Μενέξενου. Ο Σωκράτης θανατώθηκε το 399 π.Χ. και η Ασπασία πέθανε το 400 π.Χ. Δεν ζούσαν την περίοδο του Κορινθιακού Πολέμου. Αποκλείεται, λοιπόν, να είχε συντάξει η Ασπασία επιτάφιο λόγο για τους νεκρούς πολεμιστές και να τον άκουγε ο Σωκράτης.

Επιπλέον, είναι ο μοναδικός σωκρατικός διάλογος που αποτελεί... μονόλογο, μια και στο μεγαλύτερο μέρος του μιλά μόνο ο Σωκράτης. Τέλος, επικρατεί η υπόθεση ότι ο Πλάτων με αυτό το έργο σκόπευε να ειρωνευτεί τους ρήτορες, που η φύση της ενασχόλησής τους τούς υποχρεώνει να λένε συνεχώς τα ίδια. Ωστόσο, ακόμα κι αυτό αν ισχύει, ο Μενέξενος αποτελεί ένα ανυπέρβλητου κάλλους εγκώμιο για την Αθήνα.
Παναγιώτης Λιάκος
Πηγή