Google+ To Φανάρι : Το ηλεκτρονικό περιουσιολόγιο ως εργαλείο επιβολής "φόρου περιουσίας"

Παρασκευή, 20 Ιανουαρίου 2017

Το ηλεκτρονικό περιουσιολόγιο ως εργαλείο επιβολής "φόρου περιουσίας"

Της Ιωάννας Καλαντζάκου - Τσατσαρώνη
Το σχεδιαζόμενο περιουσιολόγιο εγείρει πολλά νομικά- και δη συνταγματικά- αλλά ακόμη περισσότερα οικονομικά και δικαιοκρατικά ζητήματα.
Το πρώτο απ’ αυτά είναι κατά πόσον συνάδει με την προστασία της περιουσίας και της ιδιωτικής σφαίρας, ακόμη και αν τα δύο αυτά προστατευόμενα (από το Σύνταγμα και τις ευρωπαϊκές συμβάσεις) έννομα αγαθά εξετασθούν υπό τον περιορισμό του δημοσίου συμφέροντος....
Πόσα προσωπικά στοιχεία είναι συνταγματικώς ανεκτό να πρέπει να δηλώνει ένας πολίτης – και ποιοι και με ποιες εγγυήσεις μπορούν να έχουν πρόσβαση στην επεξεργασία τους; Σε ποιο βαθμό πλήττεται η προστασία της περιουσίας, αν για λόγους εισπρακτικούς το βάρος των δημοσίων εσόδων μετατοπιστεί από τη φορολογία του εισοδήματος και της κατανάλωσης (μέσω των εμμέσων φόρων) στη φορολόγηση της ήδη φορολογημένης και αποταμιευμένης περιουσίας;

Πρόσθετο συνταγματικό ερώτημα στη χώρα μας είναι η διαφαινόμενη τάση του φορολογικού "σαφάρι" εσόδων να επιβάλει φόρο που ανατρέχει σε χρόνο πέραν του προηγούμενου έτους από την θέσπιση του σχετικού νόμου, πράγμα που επιχειρείται μέσω του ελέγχου της περιουσιακής επαύξησης του παρελθόντος σε χρόνια προ του 2009, ενώ η οικεία διάταξη θεσπίστηκε το 2010.

Τα οικονομικά και δικαιοκρατικά ερωτήματα είναι ακόμη οξύτερα. Θυμίζω ότι ακόμη και σε παλαιότερη έκθεση της Bundebank το 2014 η φορολόγηση της συνολικής περιουσίας εμφανιζόταν ως ερώτημα και όχι ως πρόταση, ακόμη δε και το ερώτημα αφορούσε την επιβολή έκτακτου εφάπαξ φόρου και όχι τακτικής φορολογίας. Η ενδεχόμενη τακτική φορολόγηση της περιουσίας προσκρούει σε δύο επιφυλάξεις:

Η δικαιοκρατική επιφύλαξη έγκειται στο ότι σε ένα συνταγματικά κατοχυρωμένο καθεστώς ελεύθερης οικονομίας δεν είναι ανεκτό να φορολογείται –και άρα να δημεύεται- η αποταμίευση ήδη φορολογημένων εισοδημάτων, είτε σε ρευστό είτε σε ακίνητα, καθώς αυτό πλήττει την οικονομική ελευθερία πέραν των ορίων που επιτρέπει το δημόσιο συμφέρον.

Η οικονομική επιφύλαξη είναι ότι μία τέτοια δημευτική φορολόγηση θα ωθήσει τους φορολογούμενους σε μορφές άδηλης αποταμίευσης εκτός τραπεζικού συστήματος ή και εκτός χώρας (όπως π.χ. τοποθετήσεις σε χρυσές λίρες ή σε ασφαλιστικά/επενδυτικά συμβόλαια) ή σε σώρευση χαρτονομίσματος, με αποτέλεσμα τον περιορισμό των καταθέσεων που αποτελούν κρίσιμο μέγεθος όχι μόνο για την ευρωστία των τραπεζικών οργανισμών, αλλά και για τη δανειοδότηση επενδύσεων.

Στη χώρα μας οι φόβοι αυτοί επιτείνονται όχι μόνο λόγω της δημοσιονομικής κρίσης, αλλά και επειδή η "στροφή" της στόχευσης του περιουσιολογίου από τον έλεγχο του εισοδήματος στη φορολόγηση της αποταμίευσης θα ενισχύσει την ήδη εμπεδωμένη δυσπιστία του πολίτη απέναντι στο κράτος και τις εξαγγελίες του. Σε έκτακτες συνθήκες εθνικής ανάγκης μαζί με τις ιδιωτικοποιήσεις και τα μέτρα εξυγίανσης, τα οποία στοχεύουν σε μακροπρόθεσμο πρωτογενές πλεόνασμα, μπορούν οι ιδιωτικές περιουσίες να συμβάλλουν στην αποφυγή μιας κρατικής χρεοκοπίας;  Υπενθυμίζω ότι το περιουσιολόγιο εξαγγέλθηκε προκειμένου να ελέγχεται ευχερέστερα η αδήλωτη επαύξηση περιουσίας των φορολογουμένων εντός κάθε έτους: να μπορεί να διαπιστωθεί, δηλαδή, αν ένας φορολογούμενος που είχε το προηγούμενο έτος περιουσία 100 αποκόμισε το επόμενο έτος εισόδημα 10 αλλά η περιουσία του αυξήθηκε σε... 120. Ήδη συζητείται η μετάθεση του στόχου στη φορολόγηση των σωρευμένων αποταμιεύσεων. Ο πολίτης δέχεται, δηλαδή, το μήνυμα ότι δεν πρέπει να πιστεύει τίποτε και ότι, αν διατήρησε καταθέσεις, υπήρξε απλώς άφρων. Δηλώσεις όπως της υφυπουργού Οικονομικών ότι δεν έχει να φοβηθεί κανείς "που έχει πάρα πολύ λίγα χρήματα", διαμηνύουν σε κάθε δημιουργικό ή/και λιτοδίαιτο πολίτη- αποταμιευτή ότι αποτελεί στόχο. Τα τελευταία χρόνια εκτιμάται ότι η χώρα έχει χάσει προς όφελος δυτικών κρατών περί τους 230.000 πτυχιούχους. Με δημευτικά μέτρα σαν τα παραπάνω θα χάσει όποιον μπορεί να φύγει – αλλά και τις αποταμιεύσεις όσων είναι αναγκασμένοι να μείνουν..

* Η κα Ιωάννα Καλαντζάκου - Τσατσαρώνη είναι Δικηγόρος - Α΄ Αντιπρόεδρος Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών