Google+ To Φανάρι : Ὁ Ἰδομενέας

Πέμπτη, 20 Απριλίου 2017

Ὁ Ἰδομενέας

Σαράντος Ι. Καργάκος
Ο Αισχύλος, σύμφωνα μέ τὸν Ἀθήναιο (VIII 39, 347) ἔλεγε «τὰς τραγωδίας αὐτοῦ (καί μόνον αὐτοῦ;) τεμάχη εἶναι τῶν Ὁμήρων μεγάλων δείπνων». Ἀπὸ τὴ βαθειὰ ἀρχαιότητα ὥς τὴ σύγχρονη ἐποχὴ ὁ φερόμενος σὰν τυφλὸς ποιητὴς ἔχει γονιμοποιήσει τὴν ἔμπνευση χιλιάδων ἀνὰ τῆ γῆ συγγραφέων καὶ καλλιτεχνῶν, ζωγράφων, γλυπτῶν καὶ θεατρικῶν συγγραφέων....
Θυμίζω προχείρως τὸν «Ὀδυσσέα» τοῦ Τζόυς καὶ τὸ θεατρικό ἔργο «Ὀδυσσέα, γύρισε σπίτι» τοῦ Ἰάκωβου Καμπανέλη. Πρόσφατα διάβασα γιὰ δεύτερη φορά τὸ βιβλίο «Ὅμηρος: Ἰλιάς καὶ Ὀδύσσεια» τοῦ Alberto Manguel καὶ ὁμολογουμένως ἔμεινα ἐντυπωσιασμένος ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν μεγάλων συγγραφέων ποὺ εἶχαν πηγή τὸν Ὅμηρο, ἀπὸ τὸν Βιργίλιο μέχρι τὸν μέγα Γκαῖτε. Ὅλοι οἱ σημαντικοὶ ἥρωες τῶν ὁμηρικῶν ἐπῶν ἔχουν γίνει ἥρωες μεταγενέστερων καλλιτεχνῶν. Μοῦ προκαλεῖ ὅμως ἐντύπωση τὸ γεγονὸς ὅτι μιὰ ἀπὸ τὶς συμπαθέστερες μορφὲς τῆς Ἰλιάδος, ὁ Ἰδομενέας, ἐλάχιστα ἔχει ἐμπνεύσει τὸν κόσμο τοῦ πνεύματος καὶ τῆς τέχνης. Στὴν Γερμανία κάποτε εἶδα μιὰ ὄπερα μὲ τὸν τίτλο «Ἰδομενέας», ἔργο τοῦ μεγάλου Μότσαρντ. Κι ὅμως ὅσα ἡ παράδοση ἀναφέρει γι’ αὐτὸν ἀποτελοῦν βάση γιὰ ἔργο συγκλονιστικό. Δίνουμε συνοπτικὰ τὴν περίπτωσή του. Ὁ  Ἰδομενέας ἦταν βασιλιάς τῆς Κρήτης, γυιὸς τοῦ Δευκαλίωνος καὶ ἐγγονὸς τοῦ Μίνωος. Ὁ  Ὅμηρος, ποὺ τὸν ἐπαινεῖ συχνά, τὸν ὀνομάζει «δουρικλυτὸν» (=ξακουστό στὸ δόρυ). Ὁ  Ἰδομενέας λοιπόν μαζί μὲ τὸν Μηριόνη, μετεῖχαν μὲ 80 πλοῖα στὴν ἐκστρατεία τῶν Ἑλλήνων κατὰ τῆς Τροίας. Μετὰ τὴ λήξη τοῦ πολέμου, σύμφωνα μέ ἄλλη παράδοση, ὁ Ἰδομενέας, ἀντιμετωπίζοντας φοβερή τρικυμία, ὁρκίστηκε στοὺς θεοὺς ὅτι θὰ θυσιάσει τὸν πρῶτον ἄνθρωπο ποὺ θὰ συναντήσει, ἄν μὲ τὸ καλὸ φθάσει στὴν Κρήτη. Δυστυχῶς, τὸν πρῶτο ποὺ συνάντησε ἦταν ὁ γυιὸς του, ποὺ πιστός στὸν ὅρκο του, τὸν θυσίασε. Ἀλλ’ ἐπειδὴ στὴν Κρήτη ἔπεσε λοιμός, οἱ Κρῆτες θεώρησαν σὰν αἰτία τοῦ κακοῦ τόν βασιλιὰ τους καὶ τόν ἔδιωξαν ἀπό τό νησί τους. Ὁ  Ἰδομενέας ἀρχικά κατέφυγε στὴν Καλαβρία καὶ ἔπειτα στὸν Κολοφῶνα, ὅπου καὶ ἀπέθανε. Θάφτηκε στὸ ὄρος Κέρκαφος. Πάντως οἱ Κρῆτες ἔδειχναν τὸν τάφο του στὴν Κνωσό καὶ τοῦ ἀπένειμαν τιμές ἥρωα.

Τὸ ὄνομα Ἰδομενεύς εἶναι σύνθετο ἀπὸ τὴν ὀνομασία τοῦ ἱεροῦ βουνοῦ τῆς Κρήτης, τὴν πολυτραγουδισμένη Ἴδη καὶ τὸ ρῆμα μένω. Τὸ ὄνομά του ἀπαντᾶται σήμερα στὴν Κρήτη σὰν βαφτιστικό πολλῶν ἀνθρώπων καὶ σὰν ὄνομα δρόμων καὶ πλατειῶν. Συχνὰ ἔχει γίνει ἐμπνευστική πηγή πολλῶν συγγραφέων Κρητικῶν ἀλλὰ καὶ μή Κρητικῶν. Πρόσφατα διάβασα μιά οἱονεί ραψωδία ὑπὸ τὸν τίτλο «Ἰδομενέας» ἑνὸς φίλου μου Θεσσαλοῦ ποὺ ἔχει βαλθεῖ νὰ ἀναστηλώσει ποιητικὰ πολλὰ κομμάτια τῆς ἀρχαίας καὶ μεσαιωνικῆς ἑλληνικῆς ἱστορίας, ἐπειδὴ ἔχουν μέσα τους τὸ σπέρμα τῆς τραγωδίας, ποὺ εἶναι συνάμα καὶ τραγωδία τῆς Ἑλλάδος. Πρόκειται γιὰ τὸν Καρδιτσιώτη ποιητὴ Ἄγγελο Κανιούρα, ποὺ χρησιμοποιεῖ ἕνα λόγο τραχὺ σὰν τὰ νερὰ ποὺ ὁρμητικὰ κυλοῦν πρὸς τὸν θεσσαλικὸ κάμπο ἀπὸ τὰ ψηλὰ βουνὰ τῶν Ἀγράφων. Πρὸ διετίας μᾶς ἔδωσε τὴν ποιητικὴ σύνθεση «Ρωξάνη», μέσα ἀπὸ τὴν ὁποὶα εἶδε ὄχι μόνο μιὰ οἰκογενειακὴ τραγωδία ἀλλὰ τὴν ὅλη γενικώτερα τραγωδία τοῦ Μακεδονικοῦ βασιλείου. Ἕνα χρόνο μετὰ, μὲ τὴν πολύστιχη σύνθεση «Ἰδομενέας», μᾶς ἔδωσε πέρα ἀπὸ τὴν τραγικὴ περίπτωση ἑνὸς μεγαλόκαρδου πατέρα ποὺ, πιστὸς στὸν ὅρκο του, θυσιάζει τὸ παιδί του, ἀλλὰ καὶ τὴν εὐρύτερη τραγωδία τοῦ Ἑλληνισμοῦ ποὺ δέσμιος κάποιων ὅρκων κακῶν θυσιάζει τὰ παιδιὰ του καὶ σὲ κρίσιμες στιγμὲς μένει «μαῦρο κούτσουρο», ὅπως θὰ ἔλεγε ὁ Παπαδιαμάντης. Ἄς μὴν ἀνατρέξουμε στὸν Πελοποννησιακό πόλεμο καὶ σὲ 167 μεταγενέστερους μέχρι νὰ φθάσουμε στὸν ἔσχατο «ἐπιδήμιο ὀκρυόντα πόλεμο» (=φρικτό ἐμφύλιο πόλεμο), ὅπως τὸν λέει ὁ Ὅμηρος. Εἶναι καλὸ ἡ νέα γενιὰ νὰ μελετήσει σεβαστικὰ τὸν «Ἰδομενέα» τοῦ Ἄγγελου γιὰ νὰ διδαχθεῖ πὼς ὅταν ἕνας λαὸς μπεῖ στὸ χορὸ τῆς ἀλληλοσφαγῆς, τότε κανένας δὲν λογαριάζει τὸν ποιὸν σφάζει, ἀφοῦ νομίζει ὅτι ὁ ὅποιος «ποιὸς» εἶναι αὐτὸς ποὺ θὰ τὸν σφάξει. Καὶ εἶναι καλὸ κάποιοι γονεῖς νὰ «μάσουν τὰ μυαλὰ» τους καὶ νὰ μαζέψουν τὰ παιδιὰ τους, γιατὶ ἄν αὔριο τοὺς τὰ φέρουν «σκοτωτὰ», αὐτοὶ εἶναι ποὺ μὲ τὰ σαχλὰ ἰδεολογήματὰ τους τὰ ἔσπρωξαν πρὸς τὴ φωτιὰ. Τὸ ξαναλέμε: νὲος Ἐμφύλιος κτυπᾶ τὴν πόρτα μας. Ἄν τὴν ξανανοίξουμε, θὰ κτυπήσουμε καὶ πάλι τὸ κεφάλι μας.