Google+ To Φανάρι : Η τιμωρία των ιθαγενών

Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2017

Η τιμωρία των ιθαγενών


Ότι καθυστερεί δεν σημαίνει πως δεν θα συμβεί, ενώ η κατάσταση της Ευρώπης θυμίζει σε μεγάλο βαθμό τη δεκαετία του 1920 – όπου όλοι γνώριζαν πως τα χρέη του 1ου παγκοσμίου πολέμου ήταν αδύνατον να πληρωθούν, χωρίς όμως να κάνουν τίποτα για να επιλύσουν το πρόβλημα.
.
«Τα τελευταία πενήντα χρόνια όλα τα προγράμματα λιτότητας που επέβαλλε το ΔΝΤ στα θύματα του, συρρίκνωναν την οικονομία τους. Κανένα πρόγραμμα αυτού του είδους δεν έχει στόχο την ανάπτυξη – ενώ το πλεόνασμα του προϋπολογισμού προκαλεί νομοτελειακά ύφεση, αφού απορροφάει χρήματα από την οικονομία. Όσον αφορά τις μεταρρυθμίσεις, ο στόχος τους είναι η κατάργηση των προνομίων των Πολιτών, τα οποία απέκτησαν αγωνιζόμενοι για πολλές δεκαετίες....

Όταν μία χώρα δεν μπορεί να εξυπηρετήσει τα χρέη της, τότε οι κανόνες του ΔΝΤ, της ΕΕ, καθώς επίσης των γερμανών τοκογλύφων που κρύβονται πίσω τους, είναι η απαγόρευση της επίσημης χρεοκοπίας της, έτσι ώστε να δρομολογηθούν οι ιδιωτικοποιήσεις σε εξευτελιστικές τιμές – δηλαδή, η κλοπή των δημοσίων και ιδιωτικών περιουσιακών στοιχείων των ιθαγενών. Στα πλαίσια αυτά, εάν μία χώρα αποτύχει, τότε πρόκειται για μία επιτυχία των διεθνών κερδοσκόπων – αφού έτσι μπορούν να διευκολύνουν το έργο τους.
Ειδικά όσον αφορά την Ελλάδα, η Γερμανία έχει έναν ακόμη στόχο: να τιμωρήσει όσο πιο αυστηρά μπορεί τους ιθαγενείς, έτσι ώστε όλες εκείνες οι χώρες που επιθυμούν να φύγουν από την Ευρωζώνη, ειδικά η Ιταλία και η Γαλλία, να μην τολμήσουν να το επιχειρήσουν» (B. Lenders με παρεμβάσεις – πηγή).
.

Ανάλυση

Την περασμένη εβδομάδα η στατιστική υπηρεσία της Κομισιόν ανακοίνωσε πως το ΑΕΠ της Ευρώπης παρουσίασε μία σημαντική αύξηση – κατά 1,8% για τις 28 χώρες της ΕΕ το 2016, καθώς επίσης κατά 1,7% για τα 19 κράτη της Ευρωζώνης. Δημιούργησε λοιπόν ξανά την εντύπωση ότι, η οικονομική κρίση τελείωσε – πως όλες οι χώρες επανήλθαν σε θετική πορεία, καθώς επίσης ότι η νομισματική ένωση λειτουργεί σωστά, με εξαίρεση μόνο την Ελλάδα που αγωνίζεται για το κλείσιμο μίας ακόμη εξευτελιστικής αξιολόγησης.
Φυσικά δεν είναι η πρώτη φορά που χρησιμοποιούνται ορισμένα θετικά τρίμηνα, με στόχο να τεκμηριώσουν το τέλος της κρίσης – ως συνήθως χωρίς να επιβεβαιώνονται τελικά. Εύλογα λοιπόν υποθέτουμε πως κάτι ανάλογο θα συμβεί και αυτή τη φορά – ειδικά εάν ερευνήσουμε σωστά τα μεγέθη. Αναλυτικότερα τα εξής:
(α) Δεν είναι σωστό να επικεντρώνεται κανείς στο ΑΕΠ, όσον αφορά την οικονομική ανάπτυξη αφού, όπως έχουμε τονίσει πολλές φορές, αυτό που στην πραγματικότητα μετράει είναι το κατά κεφαλήν ΑΕΠ – έχοντας δώσει παραδείγματα από τις χώρες της Αφρικής, το ΑΕΠ των οποίων αυξάνεται συνεχώς λόγω της πολύ μεγαλύτερης ανόδου του πληθυσμού τους.
Φυσικά είναι γνωστό σε όλους όσους ασχολούνται με την οικονομία, πολύ περισσότερο στους πολιτικούς και στην Κομισιόν – οπότε λογικά συμπεραίνεται ότι, επιχειρείται απλά η χειραγώγηση των Ευρωπαίων, ενδεχομένως επίσης των αγορών. Κάτι ανάλογο συμβαίνει στην Ελλάδα, όσον αφορά τον περιορισμό της ανεργίας – αφού δεν προσμετρείται η μείωση του εργατικού δυναμικού, ως αποτέλεσμα της μετανάστευσης των Ελλήνων.
Στα πλαίσια αυτά, εάν λάβει κανείς υπ’ όψιν το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ιταλίας, θα έχει μία εντελώς διαφορετική εικόνα – διαπιστώνοντας από το γράφημα που ακολουθεί πως το 2015 ήταν χαμηλότερο από το 1999.

Επεξήγηση γραφήματος: Εξέλιξη του κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ιταλίας.
.
Ως εκ τούτου σωστά αναφέρουν τα ΜΜΕ της χώρας πως η μεσαία τάξη γίνεται όλο και πιο φτωχή – ενώ η κατάρρευση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ μετά το 2007 είναι σχεδόν τρομακτική. Εκτός αυτού, λογικά θεωρούν οι Ιταλοί πως εντός της Ευρωζώνης είναι αδύνατη η επίλυση των προβλημάτων τους – πόσο μάλλον όταν ο μεγαλύτερος ανταγωνιστής της βιομηχανίας τους είναι η Γερμανία, το κόστος εργασίας της οποίας ανά μονάδα προϊόντος είναι πλέον συντριπτικά χαμηλότερο, μέσω του μισθολογικού dumping που υιοθέτησε το 2000.
(β)  Είναι εντελώς παραπλανητικό να παρουσιάζεται η Ευρωζώνη ως μία ενιαία οικονομική περιοχή, αφού οι «κρίσιμες πολιτικές μονάδες» συνεχίζουν να είναι τα εθνικά κράτη – από την επί μέρους εξέλιξη των οποίων οφείλουν να εξάγονται τα βασικά συμπεράσματα.
Ειδικά επειδή δεν φαίνεται να προωθείται η πολιτική της ένωση, χωρίς την οποία είναι καταδικασμένη να διαλυθεί – αφού οι ασυμμετρίες μεταξύ των χωρών που την αποτελούν κλιμακώνονται συνεχώς. Η Βρετανία πάντως πρόλαβε να βγει από το καζάνι που βράζει, εγκαταλείποντας τα υπόλοιπα «βατράχια» στην τύχη τους – ενώ φυσικά δεν βιάζεται καθόλου να καταθέσει το αίτημα εξόδου της επίσημα, αφού απολαμβάνει ήδη τα πλεονεκτήματα του BREXIT, ενώ αποφεύγει τα μειονεκτήματα.
(γ)  Είναι απολύτως απαραίτητη η αναφορά στα οικονομικά και πολιτικά μέτρα, στα οποία στηρίζεται η ανάπτυξη – όπως στο παράδειγμα των Η.Π.Α., στις οποίες η ανάπτυξη πριν το 2007 βασίσθηκε στην αύξηση της κατανάλωσης των νοικοκυριών επί πιστώσει, με αποτέλεσμα την κρίση ακινήτων που ακολούθησε. Επίσης της Κίνας, τα χρέη της οποίας αυξάνονται σήμερα πολύ περισσότερο, από το ρυθμό ανάπτυξης.
Στην Ευρώπη η άνοδος της ανάπτυξης οφείλεται κυρίως στην αύξηση των δημοσίων χρεών, σε συνδυασμό με τα χαμηλά επιτόκια, όπως φαίνεται από το παράδειγμα της Γαλλίας και της Ισπανίας (γράφημα) – ενώ για τον ίδιο ακριβώς λόγο δεν αναπτύσσεται η Ελλάδα, αφού δεν επιτρέπεται ούτε να χρεωθεί περαιτέρω, ούτε να χρησιμοποιήσει τα προγράμματα της ΕΚΤ.

Επεξήγηση γραφήματος: Εξέλιξη του δημοσίου χρέους της Γαλλίας (γαλάζια καμπύλη, αριστερή κάθετος), καθώς επίσης της Ισπανίας (διακεκομμένη καμπύλη, δεξιά κάθετος), σε απόλυτα νούμερα.
.
Με δεδομένο τώρα το ότι η Γαλλία είναι η δεύτερη Αχίλλειος πτέρνα της Ευρωζώνης μαζί με την Ιταλία, αφού το κατά κεφαλή ΑΕΠ της είναι στάσιμο για πολλά χρόνια, δεν πρέπει να απορεί κανείς για την άνοδο του Εθνικού Μετώπου – ούτε για τις προθέσεις επιστροφής των Γάλλων στο εθνικό τους νόμισμα.
(δ)  Ένας επόμενος παράγοντας, στον οποίο οφείλει κανείς να δίνει ιδιαίτερα σημασία, είναι η λόγω της κρίσης υπογεννητικότητα, σε συνδυασμό με το μεταναστευτικό – όπου δεν εννοούμε τους πρόσφυγες από τη Συρία, το Ιράκ, την Αφρική ή όπου αλλού, αλλά τους οικονομικούς μετανάστες της εσωτερικής ευρωπαϊκής αγοράς.
Για παράδειγμα, ο πληθυσμός των χωρών της Βαλτικής συρρικνώθηκε από 8 εκ. ανθρώπους τη δεκαετία του 1990 στα 6,2 εκ. σήμερα – της Βουλγαρίας από 8,8 εκ. στα 7,2 εκ., της Ρουμανίας από 23,2 εκ. στα 19,7 εκ. και της Κροατίας από 4,8 εκ. στα 4,2 εκ.
Τα νούμερα αυτά δεν τεκμηριώνουν συνθήκες ευημερίας στην Ευρώπη, ενώ ασφαλώς οι χώρες που εγκαταλείπονται δεν μπορούν να εμφανίζουν αύξηση του ΑΕΠ, ακόμη και αν πράγματι ο ρυθμός ανάπτυξης τους είναι θετικός – ενώ το αντίθετο συμβαίνει με τις χώρες υποδοχής, όπως είναι η Γερμανία, στις οποίες το ΑΕΠ επιδοτείται από τις μεταναστευτικές εισροές. Οφείλουμε να υπενθυμίσουμε εδώ ότι, ο κάθε νέος Έλληνας που μεταναστεύει, αφαιρεί περί τις 200.000 € από τη χώρα του λόγω του κόστους της εκπαίδευσης του – δωρίζοντας τα κυριολεκτικά στο κράτος που επιλέγει να εγκατασταθεί και να εργασθεί.
Τέλος, ο αριθμός των παιδιών στις χώρες της Βαλτικής έχει μειωθεί από 1,8 εκ. το 1990 στα 935.000 σήμερα, ενώ το ποσοστό της υποχώρησης τους στη Βουλγαρία είναι -45%, στην Πολωνία -41% και στη Ρουμανία -44%. Δυστυχώς δεν έχουμε ανάλογα στατιστικά στοιχεία για την Ελλάδα, αλλά πιθανολογούμε πως κάτι ανάλογο συμβαίνει – οπότε λογικά υπολογίζεται η συρρίκνωση του πληθυσμού της στα 7 εκ. από 11 εκ. πρόσφατα, μετά από μερικές δεκαετίες.
(ε)  Σημαντικοί είναι επίσης πολλοί άλλοι παράγοντες, όπως η πτώση των τραπεζικών καταθέσεων των Ελλήνων κατά περίπου 3 δις € από τις αρχές του έτους – καθώς επίσης η άνοδος του ποσοστού αυτών που θεωρούν λάθος την είσοδο της χώρας στην Ευρωζώνη στο 60%.
Η Πορτογαλία συνεχίζει να υποφέρει, παρά το ότι ιδιωτικοποίησε τα πάντα, εφάρμοσε κατά γράμμα τις εντολές της Τρόικα, ενώ της επιβλήθηκαν τρεις φορές λιγότερα μέτρα σε σχέση με την Ελλάδα – ενώ η Ισπανία, η οποία αναπτύσσεται πιο γρήγορα συγκριτικά με τα άλλα κράτη του Νότου, είναι βυθισμένη σε χρέη που μπορούν τότε μόνο να εξυπηρετούνται, όσο τα επιτόκια διατηρούνται τεχνητά χαμηλά από την ΕΚΤ.
Επίλογος
Ολοκληρώνοντας, δυστυχώς ότι καθυστερεί δεν σημαίνει πως δεν θα συμβεί, ενώ η κατάσταση της Ευρώπης θυμίζει σε μεγάλο βαθμό τη δεκαετία του 1920 – όπου όλοι γνώριζαν πως τα χρέη του 1ου παγκοσμίου πολέμου ήταν αδύνατον να πληρωθούν, χωρίς όμως να κάνουν τίποτα για να επιλύσουν το πρόβλημα.

Βέβαια, η υιοθέτηση του «Dawes Plan» τότε βοήθησε βραχυπρόθεσμα τη μείωση των διεθνών εντάσεων, ενώ πυροδότησε την ανάπτυξη – κάτι που όμως «απομυθοποιήθηκε» το 1929, όπου τα παλαιότερα προβλήματα επανήλθαν επαυξημένα και βίαια, καταστρέφοντας τα πάντα στο πέρασμα τους.