Google+ To Φανάρι : Το πιο γλυκό ψωμί (Λαϊκό παραμύθι)

Πέμπτη, 19 Ιανουαρίου 2017

Το πιο γλυκό ψωμί (Λαϊκό παραμύθι)

 Παραμύθι - μύθι- μύθι,
το κουκί και το ρεβύθι,
εμαλώνανε στη βρύση.
Πέρασε και η φακή 
και τα βάζει φυλακή.
Μα η φυλακή της φωνάζει:
"Φακή, βγάλτα, δε πειράζει"
 
Κάποτε ήταν ένας πλούσιος βασιλιάς, τόσο πλούσιος που είχε ό,τι επιθυμούσε.
 Ώσπου μια μέρα ...
...έπαθε ανορεξία και δεν μπορούσε να φάει τίποτα. Μέρα με τη μέρα αδυνάτιζε και κανένας δεν μπορούσε να τον βοηθήσει. Η κατάστασή του χειροτέρευε και δε λιμπιζόταν τίποτα να φάει...

Μια μέρα περνούσε τυχαία από το παλάτι ένας σοφός γέροντας που έμαθε για τον βασιλιά και πήγε να τον δει. Ο σοφός άρχισε να ρωτάει το βασιλιά: «Μήπως κουράζεσαι, βασιλιά μου;», «Τι λες, γιατρέ μου», του λέει ο βασιλιάς. «Όλη μέρα είμαι ξαπλωμένος στο θρόνο μου, ούτε το μικρό μου δαχτυλάκι δεν κουνώ». «Μήπως έχεις έγνοιες και σκοτούρες για το λαό σου;» «Όχι, κάθε άλλο. Εγώ ζω ξέγνοιαστος, και καρφάκι δε μου καίγεται για κανέναν!» «Μήπως θέλησες ποτέ σου κάτι και δεν μπόρεσες να το έχεις;» «Oύτε κι αυτό! Βασιλιάς είμαι, κι ό,τι θέλω, το βλέπω μπροστά μου!…».

Έπειτα από αυτές τις ερωτήσεις ο σοφός του είπε ότι η αιτία της ανορεξίας του βασιλιά ήταν το ψωμί που έτρωγε στο παλάτι, το οποίο δεν ήταν αρκετά γλυκό. Γι’ αυτό τον συμβούλευσε να του ετοιμάζουν στο παλάτι το πιο γλυκό ψωμί του κόσμου κι αυτό θα ήταν το γιατρικό του.
Όμως τα γλυκά ψωμιά που του έφτιαξαν δεν κατάφεραν να τον γιατρέψουν καθώς δεν άνοιξαν την όρεξη στο βασιλιά ούτε και ήθελε να τα φάει! Έξαλλος ο βασιλιάς ζήτησε να του φέρουν στο παλάτι τον γέροντα.

Ο βασιλιάς του είπε ότι το γιατρικό που του πρότεινε δεν είχε κανένα αποτέλεσμα. Ο γέροντας του είπε ότι δεν του έφτιαχναν το ψωμί τόσο γλυκό όσο έπρεπε και συνέχισε λέγοντας στο βασιλιά “Αν θέλεις να δοκιμάσεις το ψωμί που θα σε γιατρέψει, πρέπει να ’ρθεις μαζί μου και να κάνεις ό,τι σου λέω. Αν δε γίνεις καλά, τότε μπορείς να μου πάρεις το κεφάλι!»

Ο βασιλιάς χωρίς να έχει άλλη λύση δέχτηκε. Ντύθηκε με φτωχικά ρούχα και παπούτσια κι έφυγε μαζί με το γέροντα μακριά από το παλάτι σε ένα χωράφι. Ο γέροντας τότε έστρωσε το βασιλιά σε δουλειά και τρεις μέρες εργαζόταν για την παρασκευή του ψωμιού.

Την πρώτη μέρα ο βασιλιάς θέριζε συνέχεια, τη δεύτερη μέρα κουβαλούσε το σιτάρι και αλώνιζε, την τρίτη μέρα άλεθε το σιτάρι στο μύλο και αργά το βράδυ άρχισε να παρασκευάζει το ψωμί και να το ζυμώνει. Ο βασιλιάς είχε αρχίσει να πεινάει αλλά δεν έλεγε τίποτα μα περίμενε καρτερικά να ψηθεί το ψωμί.

Μόλις βγήκαν τα καρβέλια ο βασιλιάς άρπαξε ένα καρβέλι κι άρχισε να το τρώει. «Μάλιστα! Αυτό είναι το πιο γλυκό ψωμί του κόσμου! Κι όμως δεν έριξα ούτε μια κουταλιά ζάχαρη στο ζυμάρι!».
Τότε ο σοφός του απάντησε χαμογελώντας: «Βασιλιά μου, η ζάχαρη του ψωμιού σου ήταν ο ιδρώτας που έριξες για να το παρασκευάσεις. Τώρα μπορείς να γυρίσεις πίσω. Μόνο από δω και πέρα να δουλεύεις και δε θα θα σου ξαναλείψει η όρεξη.»

Έτσι ο βασιλιάς όταν γύρισε στο παλάτι του άρχισε να δουλεύει κάθε μέρα για το λαό του και από τότε γιατρεύτηκε μια και καλή από την ανορεξία!


Είπαμε πολλά και σώνει
ας λαλήσει κι άλλο αηδόνι!...
Πηγή