Ἡ σημαία
Δόξα ἀθάνατη στολίζει
κάθε θεία σου πτυχὴ
καὶ μαζί σου φτερουγίζει
τῆς πατρίδος ἡ ψυχῆ.
κάθε θεία σου πτυχὴ
καὶ μαζί σου φτερουγίζει
τῆς πατρίδος ἡ ψυχῆ.
Ὅταν ξάφνου σὲ χαϊδεύει
τ᾿ ἀγεράκι τ᾿ ἀλαφρό,
μοιάζεις κύμα, ποὺ σαλεύει
μὲ χιονόλευκον ἀφρό.
τ᾿ ἀγεράκι τ᾿ ἀλαφρό,
μοιάζεις κύμα, ποὺ σαλεύει
μὲ χιονόλευκον ἀφρό.
Κι ὁ σταυρὸς ποὺ λαμπυρίζει
στὴν ψηλή σου κορυφή,
εἶν᾿ ὁ φάρος ποὺ φωτίζει
μίαν ἐλπίδα μας κρυφή.
στὴν ψηλή σου κορυφή,
εἶν᾿ ὁ φάρος ποὺ φωτίζει
μίαν ἐλπίδα μας κρυφή.
Σὲ θωρῶ κι ἀναθαρρεύω
καὶ τὰ χέρια μου χτυπῶ,
σὰν ἁγία σὲ λατρεύω,
σὰ μητέρα σ᾿ ἀγαπῶ.
καὶ τὰ χέρια μου χτυπῶ,
σὰν ἁγία σὲ λατρεύω,
σὰ μητέρα σ᾿ ἀγαπῶ.
Κι ἀπ᾿ τὰ στήθη μου ἀνεβαίνει
μία χαρούμενη φωνή:
«Νἆσαι πάντα δοξασμένη,
ὦ Σημαία γαλανή!»
μία χαρούμενη φωνή:
«Νἆσαι πάντα δοξασμένη,
ὦ Σημαία γαλανή!»
Ἰωάννης Πολέμης (1862-1924): ποιητὴς καὶ θεατρικὸς
συγγραφέας ἀπὸ τὴν Ἀθήνα.
Ο Ιωάννης Πολέμης, Έλληνας πατριδολάτρης λυρικός και δραματικός ποιητής, λογοτέχνης και συγγραφέας θεατρικών έργων, γεννήθηκε το 1862 στην Αθήνα όπου και πέθανε στις 28 Μαΐου 1924 από βρογχοπνευμονία.
Κατάγονταν από ιστορική οικογένεια που οι ρίζες της έφταναν ως την
εποχή του Βυζαντίου, της οποίας ήταν ο τελευταίος απόγονος. Η οικογένεια
του είχε αρχικά εγκατασταθεί στο νησί της Άνδρου, όπου οι πρόγονοί του, Λεονάρδος και Δημήτριος Πολέμης κατέλαβαν αρκετές φορές το αξίωμα του κοτζαμπάση.
Μέλη της οικογένειας Πολέμη ήταν επίσης, ο Μακάριος, Επίσκοπος Τήνου
και αργότερα Φαρσάλων καθώς και ο Μιχαήλ Πολέμης, πληρεξούσιος της
Άνδρου στην Ε' εθνική συνέλευση στο Άργος και στο Ναύπλιο [1].
Ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στην Αθήνα και σπούδασε στη νομική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, ενώ στη συνέχεια έφυγε στο Παρίσι, όπου παρακολούθησε μαθήματα αισθητικής, από το 1888 έως το 1890, με υποτροφία του δήμου Αθηναίων. Στο Γαλλία ήρθε σε επαφή με λογοτεχνικούς κύκλους της εποχής και έκανε στενή παρέα με τους Λεγκράν, Σαιντ Ιλλαίρ, Γιάννη Ψυχάρη, Ρενάν και Κοππέ. Όταν επέστρεψε, ασχολήθηκε με την ποίηση, την οποία καλλιέργησε σ` όλη του τη ζωή. Παράλληλα εργάστηκε ως υπάλληλος του υπουργείου Παιδείας, αργότερα υπογραμματέας στο πανεπιστήμιο και από το 1915 και ύστερα διορίστηκε γραμματέας της σχολής Καλών Τεχνών. Υπήρξε ο ιδρυτής και πρώτος πρόεδρος της Εταιρίας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων, ενώ τα τελευταία χρόνια της ζωής του διατέλεσε γραμματέας της Εθνικής Πινακοθήκης. Η προτομή του, έργο του γλύπτη Λουκά Δούκα [2], έχει στηθεί στο Ζάππειο, με χρήματα που συγκεντρώθηκαν από έρανο των αναγνωστών του περιοδικού «Διάπλασις των Παίδων».
Ξεκίνησε το 1884 την αρθρογραφία χρησιμοποιώντας το ψευδώνυμο «Guerrier» στο περιοδικό «Ασμοδαίος» του Εμμανουήλ Ροΐδη και στο «Άστυ», ενώ έγραφε με το όνομα του στην «Εβδομάδα», την «Ποικίλη Στοά» και στο «Εθνικό Ημερολόγιο» του Κωνσταντίνου Σκόκου. Έγραψε θεατρικά έργα και ασχολήθηκε με μεταφράσεις ξένων έργων έμμετρων και πεζών. Μαζί με τους Γεώργιο Δροσίνη, Κωστή Παλαμά και Νικόλαο Καμπά, αποτέλεσαν την τετράδα των δημοτικιστών ποιητών, οι οποίοι διαδέχτηκαν τους καθαρευουσιάνους ρομαντικούς.
Χρονικά τοποθετείται στο πέρασμα από το ρομαντισμό της Α΄ Αθηναϊκής Σχολής στη Νέα Αθηναϊκή Σχολή και η ποίηση του είναι αυτή των απλών μέσων. Στις εμπνεύσεις του επικρατεί ένα κράμα δημοτικών και ρομαντικών στοιχείων. Η λυρικότητα της άσκησε γόνιμη επίδραση στους σύγχρονούς του και διαβάστηκε πολύ από τους νέους. Το 1888, για τη συλλογή «Ερείπια», μοιράστηκε με τον Κωστή Παλαμά το πρώτο βραβείο στο «Φιλαδέλφειο» διαγωνισμό, το 1917 τιμήθηκε με το Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών για την ποιητική συλλογή «Σπασμένα Μάρμαρα», ενώ καταά καιρούς κέρδισε διακρίσεις σε ποιητικούς και θεατρικούς διαγωνισμούς.
Έγραψε ποίηση σε γλώσσα κατανοητή, κάποτε διδακτική-πατριωτική-ηθικοπλαστική και κάποτε με ρομαντικό επίχρισμα και πολλά από τα ποιήματα του έχουν μελοποιηθεί [3]. Μετέφρασε έργα των Σαπφούς, Ανακρέοντα, Θεοκρίτου, Ευριπίδη, Ουγκώ, Μιστράλ, Μολιέρου [4], Αριστοφάνη και άλλων.
«Το κρυφό σχολειό»
Ἀπ᾿ ἔξω μαυροφόρ᾿ ἀπελπισιά,
πικρῆς σκλαβιᾶς χειροπιαστὸ σκοτάδι,
καὶ μέσα στὴ θολόκτιστη ἐκκλησιά,
στὴν ἐκκλησιά, ποὺ παίρνει κάθε βράδυ
τὴν ὄψη τοῦ σχολειοῦ,
τὸ φοβισμένο φῶς τοῦ καντηλιοῦ
τρεμάμενο τὰ ὀνείρατα ἀναδεύει,
καὶ γύρω τὰ σκλαβόπουλα μαζεύει.
Ἐκεῖ καταδιωγμένη κατοικεῖ
τοῦ σκλάβου ἡ ἁλυσόδετη πατρίδα,
βραχνὰ ὁ παπάς, ὁ δάσκαλος ἐκεῖ
θεριεύει τὴν ἀποσταμένη ἐλπίδα
μὲ λόγια μαγικά,
ἐκεῖ ἡ ψυχὴ πικρότερο ἀγροικὰ
τὸν πόνο τῆς σκλαβιᾶς της, ἐκεῖ βλέπει
τί ἔχασε, τί ἔχει, τί τῆς πρέπει.
Κι ἀπ᾿ τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ ψηλά,
ποῦ ἐβούβανε τὰ στόματα τῶν πλάνων,
καὶ ρίχνει καὶ συντρίβει καὶ κυλᾶ
στὴν ἄβυσσο τοὺς θρόνους τῶν τυράννων,
κι ἀπὸ τὴ σιγαλιά,
ποῦ δένει στὸ λαιμὸ πνιγμοῦ θηλιά,
κι ἀπ᾿ τῶν προγόνων τ᾿ ἄφθαρτα βιβλία,
ποῦ δείχνουν τὰ πανάρχαια μεγαλεῖα,
ἕνας ψαλμὸς ἀκούγεται βαθὺς
σὰ μελῳδίες ἑνὸς κόσμου ἄλλου,
κι ἀνατριχιάζει ἀκούοντας καθεὶς
προφητικὰ τὰ λόγια του δασκάλου
μὲ μία φωνὴ βαριά.
«Μὴ σκιάζεστε στὰ σκότη! Ἡ λευτεριὰ
σὰν τῆς αὐγῆς τὸ φεγγοβόλο ἀστέρι
τῆς νύχτας τὸ ξημέρωμα θὰ φέρει».
Ο Ιωάννης Πολέμης, Έλληνας πατριδολάτρης λυρικός και δραματικός ποιητής, λογοτέχνης και συγγραφέας θεατρικών έργων, γεννήθηκε το 1862 στην Αθήνα όπου και πέθανε στις 28 Μαΐου 1924 από βρογχοπνευμονία.
Βιογραφία
Ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στην Αθήνα και σπούδασε στη νομική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, ενώ στη συνέχεια έφυγε στο Παρίσι, όπου παρακολούθησε μαθήματα αισθητικής, από το 1888 έως το 1890, με υποτροφία του δήμου Αθηναίων. Στο Γαλλία ήρθε σε επαφή με λογοτεχνικούς κύκλους της εποχής και έκανε στενή παρέα με τους Λεγκράν, Σαιντ Ιλλαίρ, Γιάννη Ψυχάρη, Ρενάν και Κοππέ. Όταν επέστρεψε, ασχολήθηκε με την ποίηση, την οποία καλλιέργησε σ` όλη του τη ζωή. Παράλληλα εργάστηκε ως υπάλληλος του υπουργείου Παιδείας, αργότερα υπογραμματέας στο πανεπιστήμιο και από το 1915 και ύστερα διορίστηκε γραμματέας της σχολής Καλών Τεχνών. Υπήρξε ο ιδρυτής και πρώτος πρόεδρος της Εταιρίας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων, ενώ τα τελευταία χρόνια της ζωής του διατέλεσε γραμματέας της Εθνικής Πινακοθήκης. Η προτομή του, έργο του γλύπτη Λουκά Δούκα [2], έχει στηθεί στο Ζάππειο, με χρήματα που συγκεντρώθηκαν από έρανο των αναγνωστών του περιοδικού «Διάπλασις των Παίδων».
Εργογραφία
Εμφανίστηκε στο προσκήνιο των γραμμάτων σε ηλικία δεκατριών χρόνων, με στιχουργήματα δημοσιευμένα σε λευκώματα, ημερολόγια και περιοδικά της εποχής και από τότε είναι αναρίθμητα τα έντυπα που δημοσιεύτηκαν στίχοι του. Το 1880 δημοσίευσε το πεζογράφημα «Ρέα Κυβέλη» στο περιοδικό «Αι Μούσαι» και μέσω του ομώνυμου συλλόγου ήρθε σε επαφή με τον Παλαμά και τους ποιητές του κύκλου του, οι οποίοι τον έστρεψαν από την καθαρεύουσα στη δημοτική γλώσσα, στην οποία έγραψε και δημοσίευσε τα επόμενα ποιήματα και πεζά του στο περιοδικό «Ραμπαγάς».Ξεκίνησε το 1884 την αρθρογραφία χρησιμοποιώντας το ψευδώνυμο «Guerrier» στο περιοδικό «Ασμοδαίος» του Εμμανουήλ Ροΐδη και στο «Άστυ», ενώ έγραφε με το όνομα του στην «Εβδομάδα», την «Ποικίλη Στοά» και στο «Εθνικό Ημερολόγιο» του Κωνσταντίνου Σκόκου. Έγραψε θεατρικά έργα και ασχολήθηκε με μεταφράσεις ξένων έργων έμμετρων και πεζών. Μαζί με τους Γεώργιο Δροσίνη, Κωστή Παλαμά και Νικόλαο Καμπά, αποτέλεσαν την τετράδα των δημοτικιστών ποιητών, οι οποίοι διαδέχτηκαν τους καθαρευουσιάνους ρομαντικούς.
Χρονικά τοποθετείται στο πέρασμα από το ρομαντισμό της Α΄ Αθηναϊκής Σχολής στη Νέα Αθηναϊκή Σχολή και η ποίηση του είναι αυτή των απλών μέσων. Στις εμπνεύσεις του επικρατεί ένα κράμα δημοτικών και ρομαντικών στοιχείων. Η λυρικότητα της άσκησε γόνιμη επίδραση στους σύγχρονούς του και διαβάστηκε πολύ από τους νέους. Το 1888, για τη συλλογή «Ερείπια», μοιράστηκε με τον Κωστή Παλαμά το πρώτο βραβείο στο «Φιλαδέλφειο» διαγωνισμό, το 1917 τιμήθηκε με το Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών για την ποιητική συλλογή «Σπασμένα Μάρμαρα», ενώ καταά καιρούς κέρδισε διακρίσεις σε ποιητικούς και θεατρικούς διαγωνισμούς.
Έγραψε ποίηση σε γλώσσα κατανοητή, κάποτε διδακτική-πατριωτική-ηθικοπλαστική και κάποτε με ρομαντικό επίχρισμα και πολλά από τα ποιήματα του έχουν μελοποιηθεί [3]. Μετέφρασε έργα των Σαπφούς, Ανακρέοντα, Θεοκρίτου, Ευριπίδη, Ουγκώ, Μιστράλ, Μολιέρου [4], Αριστοφάνη και άλλων.
Ποιητικές συλλογές
Σημαντικότερες είναι- «Ποιήματα», το 1883,
- «Χειμώνανθοι», το 1888,
- «Αλάβαστρα», το 1900,
- «Πρώτα βήματα», το 1902, παιδικά ποιήματα,
- «Κειμήλια», το 1904,
- «Εξωτικά», το 1905,
- «Το παλιό βιολί», το 1909, η οποία επανεκδόθηκε αρκετές φορές,
- «Σπασμένα Μάρμαρα», το 1917,
- «Ειρηνικά», το 1919,
- «Εσπερινός», το 1923.
«Το κρυφό σχολειό»
Ἀπ᾿ ἔξω μαυροφόρ᾿ ἀπελπισιά,
πικρῆς σκλαβιᾶς χειροπιαστὸ σκοτάδι,
καὶ μέσα στὴ θολόκτιστη ἐκκλησιά,
στὴν ἐκκλησιά, ποὺ παίρνει κάθε βράδυ
τὴν ὄψη τοῦ σχολειοῦ,
τὸ φοβισμένο φῶς τοῦ καντηλιοῦ
τρεμάμενο τὰ ὀνείρατα ἀναδεύει,
καὶ γύρω τὰ σκλαβόπουλα μαζεύει.
Ἐκεῖ καταδιωγμένη κατοικεῖ
τοῦ σκλάβου ἡ ἁλυσόδετη πατρίδα,
βραχνὰ ὁ παπάς, ὁ δάσκαλος ἐκεῖ
θεριεύει τὴν ἀποσταμένη ἐλπίδα
μὲ λόγια μαγικά,
ἐκεῖ ἡ ψυχὴ πικρότερο ἀγροικὰ
τὸν πόνο τῆς σκλαβιᾶς της, ἐκεῖ βλέπει
τί ἔχασε, τί ἔχει, τί τῆς πρέπει.
Κι ἀπ᾿ τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ ψηλά,
ποῦ ἐβούβανε τὰ στόματα τῶν πλάνων,
καὶ ρίχνει καὶ συντρίβει καὶ κυλᾶ
στὴν ἄβυσσο τοὺς θρόνους τῶν τυράννων,
κι ἀπὸ τὴ σιγαλιά,
ποῦ δένει στὸ λαιμὸ πνιγμοῦ θηλιά,
κι ἀπ᾿ τῶν προγόνων τ᾿ ἄφθαρτα βιβλία,
ποῦ δείχνουν τὰ πανάρχαια μεγαλεῖα,
ἕνας ψαλμὸς ἀκούγεται βαθὺς
σὰ μελῳδίες ἑνὸς κόσμου ἄλλου,
κι ἀνατριχιάζει ἀκούοντας καθεὶς
προφητικὰ τὰ λόγια του δασκάλου
μὲ μία φωνὴ βαριά.
«Μὴ σκιάζεστε στὰ σκότη! Ἡ λευτεριὰ
σὰν τῆς αὐγῆς τὸ φεγγοβόλο ἀστέρι
τῆς νύχτας τὸ ξημέρωμα θὰ φέρει».
Ανθολογίες
- «Λύρα» [5], το 1910,
- «Παιδική αύρα», το 1919.
Θεατρικά έργα
Έγραψε 17 έμμετρα δράματα και γενικώς θεατρικά έργα με βυζαντινή θεματολογία, μονόπρακτα και πολύπρακτα, αρκετά από τα οποία ανέβηκαν σε θεατρικές σκηνές, μεταξύ τους τα- «Τραγουδιστής», το 1893,
- «Πρόκρις», το οποίο παραστάθηκε στο Βασιλικό Θέατρο,
- «Πτωχοπρόδρομος»,
- «Βασιλιάς Ανήλιαγος» [6], το 1910, τρίπρακτο που ερμήνευσε στην σκηνή η Μαρίκα Κοτοπούλη,
- «Γυναίκα» κ.ά.
Δράματα
- «Το Όνειρον»,
- «το Εικόνισμα»,
- «Στην άκρη του κρεμνού»,
- «το Στοίχημα»,
- «το Μαγεμένο ποτήρι»,
- «Του βίγκας»,
- «Ο Πτωχοπρόδρομος».
- «Άπαντα Πολέμη».

Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου