Η ταυτόχρονη παρουσία της Μεσογειακής φυλής και στην ανατολική πλευρά του Αιγαίου εδημιούργησε την ταχεία πολιτιστική εξέλιξη στην Μέση Ανατολή, η οποία μάλιστα προηγήθηκε της αντίστοιχης στην Χερσόνησο του Αίμου. Τα αρχαιότερα βέβαια κατάλοιπα γεωργικών οικισμών στο κόσμο έχουν βρεθή στην Μεσοποταμία, χρονολογούμενα λίγο προ του -7000. Κατά τον Strouhal, η γεωργική επανάσταση άρχισε εκεί περί το -8000. Χάρις στο εύκρατο κλίμα και την εύφορη γη της Μεσοποταμίας ανέπτυξε εκεί κατ’ αρχάς η Πρωτομεσογειακή φυλή την Γεωργία.
Δεν θεωρείται όμως πιθανό, η ανάπτυξη της να εξαπλώθηκε από εκεί προς την Χερσόνησο του Αίμου, διότι στους ενδιάμεσους γεωγραφικούς χώρους συνεχιζόταν η Μεσολιθική εποχή. «Η μεταναστευτική θεωρία για την προέλευση του αιγαιακού πολιτισμού είναι εντελώς αβάσιμη», τονίζει ο Βρεταννός αρχαιολόγος Ρένφριου. «Ο αιγαιακός πολιτισμός δεν ήλθε απ’ έξω, αλλά δημιουργήθηκε επί τόπου (in situ) και είναι αυτόνομος». Η έναρξη της γεωργικής εποχής μάλλον έλαβε χώραν στην Μεσοποταμία και στην Χερσόνησο του Αίμου ανεξάρτητα και παράλληλα η μία από την άλλη.
Ενώ όμως το Οριενταλικό φύλο της Μεσογειακής φυλής προηγήθηκε στην Μεσοποταμία στην καλλιέργεια της γης, παρουσίασε εν συνεχεία σοβαρή καθυστέρησι στην ανάπτυξη της Τέχνης. Στην κεραμική π.χ. η Χερσόνησος του Αίμου προηγήθηκε της Μεσοποταμίας σε όλες τις εξελικτικές βαθμίδες. Η μονόχρωμη κεραμική εμφανίζεται στην Ελλάδα το -6000 (Αλές Λοκρίδος),ενώ στην Μεσοποταμία το -5500. Η στιλβωμένη κεραμική αρχίζει στην Χερσόνησο του Αίμου το -5700, ενώ στην Μεσοποταμία 400 χρόνια αργότερα. Παρατηρείται δηλαδή ότι, μολονότι ξεκίνησε η Χερσόνησος του Αίμου αργότερα στην καλλιέργεια της γης, να επισπεύδει εν συνεχεία την Νεολιθική εποχή, για να υπερκεράσει την Μεσοποταμία. Χερσόνησος του Αίμου και Μεσοποταμία κατοικούντο την εποχή εκείνη από την ίδια φυλή, την Πρωτομεσογειακή, αλλά η καθυστέρηση της δευτέρας προήλθε, όπως θα δούμε, από τις μείξεις με ξένες φυλές.
Ο ανατολικός κλάδος της Πρωτομεσογειακής φυλής, ο Οριενταλικός, εδημιούργησε την δική του ομογλωσσία, την Σημιτική. Είναι λάθος να πιστεύεται, ότι η Σημιτική ομογλωσσία ήσαν δημιούργημα ξένης φυλής. Η ομογλωσσία αυτή σχηματοποιήθηκε στην Μέση Ανατολή τον καιρό, που εκεί κυριαρχούσε ο πρωτομεσογειακός κλάδος των Οριενταλιδών. Αυτοί μετέδωσαν την γλώσσα τους και στο αρμενοειδές γένος των Εβραίων, που ήλθε αργότερα στην περιοχή. Αντίθετα, οι Αρμένιοι, που δεν κατήλθαν στην Μέση Ανατολή, δεν ομιλούν σημιτικά, αφού είχαν απορροφηθεί εξ αρχής στο κλίμα της Ιαπετικής ομογλωσσίας (Στην ακμή της Αρίας εποχής δεν εφείσθη η Μεσογειακή επέκταση ούτε τον πυρήνα της Καυκάσιας φυλής. Ο δρόμος για την Κολχίδα ήταν έκτοτε γνωστός στους Έλληνες.).
Δεν πρέπει να μας εκπλήσσει το γεγονός, ότι και οι Σημιτικές γλώσσες ήταν δημιούργημα των Μεσογειακών ανθρώπων. Ήταν μάλιστα τελείως φυσικό τούτο, αφού μία μεγάλη φυλή, η Πρωτομεσογειακή, απλώθηκε σε τόσο πελώρια γεωγραφική έκταση προ της γλωσσοπλασίας, να δημιουργήσει κατά περιοχές διάφορους γλωσσικούς πυρήνες. Τόσο η Ιαπετική, όσο και η Σημιτική (αλλά και η Δραβιδική και η Χαμιτική ομογλωσσία) υπήρξαν δημιουργήματα της μεγάλης τότε Πρωτομεσογειακής φυλής (Ίσως να υπήρξαν και άλλοι τότε γλωσσικοί πυρήνες, που με τον καιρό απερροφήθησαν από τις ισχυρές γλώσσες. Έτσι δεν αποκλείεται και η πιθανολογουμένη «μεσογειακή» γλώσσα κάποιων περιοχών της πελασγικής Ελλάδος.).
Έτσι γίνεται αντιληπτό, πόσο είναι επικίνδυνο να ομιλούμε στην Εθνολογία με γλωσσολογικούς όρους. Δεν υπάρχει Σημιτική φυλή ούτε Χαμιτική φυλή. Υπάρχουν μόνον σημιτικές και χαμιτικές και ιαπετικές γλώσσες. Όπως υπάρχουν και φυλές, οι οποίες όμως έχουν τελείως άλλα ονόματα (Μεσογειακή, Οριενταλική, Νορδική κ.λπ.). Συγχέοντας ονόματα φυλών και γλωσσών μεταξύ τους δημιουργεί κανείς αθέλητα τις προϋποθέσεις για τεράστιες εθνολογικές ανακρίβειες.
Μετά το -4000 παρουσιάζεται στην Μεσοποταμία ο λαός των Σουμερίων, ο οποίος ανέπτυξε έναν εκπληκτικό πολιτισμό. Η σουμεριακή γλώσσα δεν ήταν σημιτική ούτε ιαπετική. Ήταν μία προσθετική, ιδιόμορφη γλώσσα, η οποία γύρω στο -2000 υπεχώρησε στην σημιτική ομογλωσσία. Δεν είναι γνωστή η προέλευση των Σουμερίων. Κατά τον Ξ. Λίβα, αυτοί ήλθαν μάλλον από την Αίγυπτο. Τα ιδιάζοντα πάντως ανθρωπολογικά τους γνωρίσματα (κρανιακό μήκος 193, κραν. ύψος 143) αντιστοιχούν προς το «στενοδολιχόμορφο φύλο», που προϋπήρχε στην Ευρώπη και εξηφανίσθη αργότερα τελείως (Δεν αποκλείεται οι Σουμέριοι να ήταν Ατλαντίδες, οι οποίοι, μετά την ήττα τους από τους Έλληνες, αναγκάσθηκαν να φύγουν από την Βόρ. Αφρική.). Πρόκειται δηλαδή για το Ατλαντικό φύλο, που έχουμε αναφέρει. Δεν υπάρχουν ίχνη αυτού του φύλου στην αρχαία Αίγυπτο. Υπάρχουν, όμως, όπως θα δούμε, δυτικότερα. Πιθανότερη επομένως εκδοχή για την προέλευση των Σουμερίων είναι η μεσογειακή ακτή της Τυνησίας, από όπου πρέπει να έφυγαν μετά την πολεμική τους ήττα από τους Έλληνες.
Πρέπει ακόμη να τονισθεί ότι είναι λάθος να θεωρούνται οι Φοίνικες σαν ξένος «σημιτικός» λαός, συγγενής των Εβραίων. Οι Φοίνικες, βάσει αδιαμφισβητήτων παλαιοανθρωπολογικών στοιχείων (Bernhard, Bertholon), υπήρξαν οριενταλίδες, δηλαδή προήρχοντο από την παλαιολιθική Μεσογειακή εποίκησι της Μέσης Ανατολής (Με κρανιακό μήκος 190, ύψος 133, δείκτη Υ/Μ 70,5 και στενό μέτωπο οι Φοίνικες ήσαν κλασικοί Οριενταλίδες. Ούτε οι Γεφυραίοι απόγονοί τους στην Αθήνα ήσαν Εβραίοι, όπως πιστεύουν μερικοί. Οι Γεφυραίοι δεν ήσαν Ιουδαίοι στο θρήσκευμα, αφού είχαν ιερό αφιερωμένο στην Δήμητρα (Ηρόδ. Δ. 61).). Γλωσσικώς βεβαίως ήταν «σημίτες», αλλά αυτό δεν είχε καμιά σχέση με τους Εβραίους, οι οποίοι, όπως θα δούμε παρακάτω, ήσαν ξένος λαός, που εκσημιτίσθηκε γλωσσικά στην Μέση Ανατολή. Οι Φοίνικες ήλθαν από την Αραβία (Τούτο μαρτυρεί τόσο ο Ηρόδοτος (Α. 1, Ζ. 89), όσο και ο Στράβων (ΙΣΤ. 766), ο οποίος μάλιστα προσθέτει ότι η πόλις Τύρος, την οποίαν έκτισαν, ήταν ομώνυμη με μία νήσο του Περσικού κόλπου. Η απομάκρυνση των Φοινίκων από την πρώτη τους κατοικία ίσως να οφείλετε στην αύξουσα διείσδυση εκεί των ινδιδών.) γύρω στο -2900, εγκατασταθέντες στον παράλιο χώρο του σημερινού Λιβάνου. Δεν ήσαν μόνον θαυμάσιοι έμποροι και ναύτες, αλλά υπήρξαν και αξιομαχώτατοι, λαβόντες μέρος με επιτυχία σε πλείστες ναυμαχίες. Εδημιούργησαν ακμάζουσες αποικίες στην Θάσο, στην Καρχηδόνα και αλλού (Και οι Κύπριοι κατήγοντο εν μέρει από Φοίνικες, όπως κι από Ελλαδίτες (Σαλαμινίους και Αρκάδες), σύμφωνα με την Ηρόδοτο (Ζ. 90).), ελάτρευαν τον Δία (Ο Όμηρος αποκαλεί τους Φοίνικες «διοτρεφείς» και «διιφίλους» (Ιλ. Ι. 607 και 168).), τον Ηρακλή και τον Διόνυσο (Ηρόδ. Β. 44 και 49.), υπήρξαν δε και εξαίρετοι τεχνίτες (ιδίως αρχιτέκτονες και γλύπτες). Αποτελεί λοιπόν σφάλμα να συνάπτονται οι Φοίνικες με τους αλλογενείς Εβραίους.
Αργότερα, περί το -2500, γίνεται μία μεγάλη μετανάστευση Κρητών στην μεσογειακή ακτή της Μέσης Ανατολής, νοτίως της Φοινίκης: οι Φιλισταίοι. Το όνομά τους παρεφθάρη από τους Αιγυπτίους σε «Πελέστε», όνομα από το οποίο προήλθε και η «Παλαιστίνη» για την χώρα που κατοίκησαν. Οι Φιλισταίοι ήσαν σε συνεχείς προστριβές με τους Φοίνικες και αργότερα με τους νεοεισελθέντες Εβραίους, οι οποίοι επέπρωτο να τους διαβρώσουν. Από τους ίδιους τους Εβραίους έχομε μαρτυρίες ότι οι Φιλισταίοι ήσαν πράγματι ελληνικής, και δη κρητικής καταγωγής («Τάδε λέγει Κύριος· ἰδοὺ ἐγὼ ἐκτείνω τὴν χεῖρά μου ἐπὶ τοὺς ἀλλοφύλους καὶ ἐξολοθρεύσω Κρῆτας καὶ ἀπολῶ τοὺς καταλοίπους τοὺς κατοικοῦντας τὴν παραλίαν» (Ιεζεκιήλ ΚΕ. 16). «Καθελῶ ὕβριν ἀλλοφύλων καὶ ἐξαρῶ τὸ αἷμα αὐτῶ ἐκ τοῦ στόματος αὐτῶν καὶ τὰ βδελύγματα αὐτῶν ἐκ μέσου ὀδόντων αὐτῶν (sic)… ἐξεγερῶ τὰ τέκνα σου, Σιών, ἐπὶ τὰ τέκνα τῶν ῾Ελλήνων καὶ ψηλαφήσω σε ὡς ρομφαίαν μαχητοῦ» (Ζαχαρίας, Θ. 6-13). «Οὐαὶ οἱ κατοικοῦντες τὸ σχοίνισμα τῆς θαλάσσης, πάροικοι Κρητῶν· λόγος Κυρίου ἐφ᾿ ὑμᾶς, Χαναὰν γῆ ἀλλοφύλων, καὶ ἀπολῶ ὑμᾶς ἐκ κατοικίας καὶ ἔσται Κρήτη νομὴ ποιμνίων καὶ μάνδρα προβάτων» (Σοφονίας, Β.5). Ακόμη και στον Απόστ. Παύλο φαίνεται το εγγενές μίσος κατά των Κρητών (Τίτος α12-13).). Αλλά και τα παλαιοανθρωπολογικά στοιχεία το επιβεβαιώνουν (Macalister).
Λίγο μετά το -2000 εισβάλλουν στην Μικρά Ασία οι Χετταίοι, καταστρέφουν τις παλαιές πόλεις και ιδρύουν εκεί ισχυρό κράτος. Περί της προελεύσεως των Χετταίων έχουν επίσης πολλά γραφεί: Άλλοι τους βλέπουν σαν προελθόντες από τον Καύκασο, επειδή ήσαν βραχύκρανοι, άλλοι σαν Θρακομακεδόνες, επειδή η γλώσσα τους ήταν ιαπετική. Τα ανθρωπολογικά στοιχεία μαρτυρούν σήμερα ότι οι Χετταίοι ήσαν μεν σχετικώς βραχύκρανοι, αλλά δεν είχαν πλατυϊνία. Ο Schaeuble τους θεωρεί Αλπικούς.
Ο χαμηλός τους προσωπικός τους δείκτης 51-52 (στα όρια της ευρυπροσωπίας), όπως και η έλλειψη υψικρανίας συνηγορούν σ’ αυτήν την άποψι. Γι’ αυτό τείνουμε να πιστέψουμε ότι οι Χετταίοι εισέβαλαν στην ακτή της βορείου Μικράς Ασίας προερχόμενοι από την Κριμαία. Εκεί, στην σημερινή Ουκρανία, επικρατούσαν από τότε λαοί αλπικοί, προγονικοί των σαρματικών, οι οποίοι είχαν υποστεί ήδη έντονη της αρία Ελληνική πολιτιστική επίδραση.
Το αν η εισβολή των Χετταίων ήταν η αιτία να απωθηθούν κάποια γένη των Μηδών προς Ανατολάς, τα οποία εβαπτίσθησαν «Άριοι» στην Ινδία, μένει προς εξέταση.
Οι Χετταίοι ήσαν πάντως οι κύριοι υπεύθυνοι, που η Μικρά Ασία στην διάρκεια της 2ης χιλιετίας έγινε βραχύκρανη - αλλά όχι και οι μόνοι. Υπήρξε και διείσδυση Αρμενοειδών από την περιοχή του Καυκάσου προς νότον: Ήταν ένα νομαδικό γένος, οι Εβραίοι. Αλλά περί αυτών θα γίνει ιδιαίτερος λόγος.
Αργότερα, η Πρόσω Ανατολή ξαναπέφτει στα χέρια των Μεσογειακών. Ήταν γύρω στο -1200, όταν οι «λαοί της θαλάσσης» εισέβαλαν παντού εκ δυσμών και κυριάρχησαν στην περιοχή, καταστρέψαντες και το κράτος των Χετταίων. Από τότε η Μικρά Ασία, αλλά και η Μ. Ανατολή λιγότερο, επανέρχεται στα Μεσογειακά ανθρωπολογικά γνωρίσματα (Bernhard).
Ολόκληρος ο χώρος της Μικράς Ασίας και της Μέσης Ανατολής έγινε έκτοτε χώρος επεκτάσεως των Μεσογειακών Ελλήνων από την Χερσόνησο του Αίμου. Αθρόες μετοικήσεις έλαβαν χώραν προς τα εκεί, προερχόμενες είτε από την Θράκη, είτε από τις νήσους του Αιγαίου είτε από την Κρήτη. Ο Ηρόδοτος μας ομιλεί για «Θράκας τους εν τη Ασία» (Γ. 90.), μνημονεύοντας ιδιαίτερα τους «Βρύγες», που μετονομάσθησαν στην Μ. Ασία σε Φρύγες (Ζ. 73.), και τους Βιθυνούς (Ζ. 75). Ο Στράβων μας απαριθμεί ακόμη τους Μοισούς, τους Λυδούς, τους Τρώες, τους Μυγδόνες και άλλους (C. 295.). Αυτός ο εκθρακισμός της Μικράς Ασίας πρέπει να υπήρξε και αυτός αποτέλεσμα της διναρικής πιέσεως, την οποία υφίσταντο τότε οι Θράκες στην πατρίδα τους. Από την Κρήτη υπήρξαν επίσης νέες αθρόες μετοικήσεις προς την Μικρά Ασία και την Μέση Ανατολή (Κάρες, Λύκιοι, Καύνιοι) (Ηρόδ. Α. 171-3 και Ζ.92.).
Έκτοτε θα μείνει κυρίαρχο το Μεσογειακό φύλο σ’ ολόκληρη την Μικρά Ασία και την Μέση Ανατολή. Χωρισμένο σε διαφορετικούς λαούς και ξεχωριστά κράτη έγραφε την δική του ιστορία. Κύριοι βεβαίως αντίπαλοι ήσαν αφ’ ενός μεν οι παλαιοί σημιτικοί λαοί, αφ’ ετέρου δε οι νεοφερμένοι άριοι. Προοδευτικά η σημιτική ομογλωσσία επεκράτησε στην Μέση Ανατολή, ενώ η ελληνική στην Μικρά Ασία. Εδώ άλλωστε συνέχιζαν κι αργότερα να εισρέουν Έλληνες, ιδίως μετά την δωρική κάθοδο. Η ακτή της Μικρασιατικής γης παρέμεινε πάντοτε ελληνική, ο δε ιωνικός της πολιτισμός υπήρξε, ως γνωστόν, όχι μόνο εφάμιλλος, αλλά συμμέτοχος του ελλαδικού της μητροπόλεως.
Από πλευράς ανθρωπολογικής, τα ευρήματα της Ιωνίας στην κλασική περίοδο μαρτυρούν πλήρη ελληνικότητα – ταυτότητα με τα στοιχεία της ηπειρωτικής Ελλάδος: Διαστάσεις κρανίου 188 x 136 (δείκτης Υ/Μ = 72,3), δείκτης Π/Μ = 76,5, διαστάσεις προσώπου 134,6 x 69,8 (δείκτης = 54,8), διαστάσεις μύτης 24,7 x 51,7 (δείκτης = 47,7).
πηγη
Δεν θεωρείται όμως πιθανό, η ανάπτυξη της να εξαπλώθηκε από εκεί προς την Χερσόνησο του Αίμου, διότι στους ενδιάμεσους γεωγραφικούς χώρους συνεχιζόταν η Μεσολιθική εποχή. «Η μεταναστευτική θεωρία για την προέλευση του αιγαιακού πολιτισμού είναι εντελώς αβάσιμη», τονίζει ο Βρεταννός αρχαιολόγος Ρένφριου. «Ο αιγαιακός πολιτισμός δεν ήλθε απ’ έξω, αλλά δημιουργήθηκε επί τόπου (in situ) και είναι αυτόνομος». Η έναρξη της γεωργικής εποχής μάλλον έλαβε χώραν στην Μεσοποταμία και στην Χερσόνησο του Αίμου ανεξάρτητα και παράλληλα η μία από την άλλη.
Ενώ όμως το Οριενταλικό φύλο της Μεσογειακής φυλής προηγήθηκε στην Μεσοποταμία στην καλλιέργεια της γης, παρουσίασε εν συνεχεία σοβαρή καθυστέρησι στην ανάπτυξη της Τέχνης. Στην κεραμική π.χ. η Χερσόνησος του Αίμου προηγήθηκε της Μεσοποταμίας σε όλες τις εξελικτικές βαθμίδες. Η μονόχρωμη κεραμική εμφανίζεται στην Ελλάδα το -6000 (Αλές Λοκρίδος),ενώ στην Μεσοποταμία το -5500. Η στιλβωμένη κεραμική αρχίζει στην Χερσόνησο του Αίμου το -5700, ενώ στην Μεσοποταμία 400 χρόνια αργότερα. Παρατηρείται δηλαδή ότι, μολονότι ξεκίνησε η Χερσόνησος του Αίμου αργότερα στην καλλιέργεια της γης, να επισπεύδει εν συνεχεία την Νεολιθική εποχή, για να υπερκεράσει την Μεσοποταμία. Χερσόνησος του Αίμου και Μεσοποταμία κατοικούντο την εποχή εκείνη από την ίδια φυλή, την Πρωτομεσογειακή, αλλά η καθυστέρηση της δευτέρας προήλθε, όπως θα δούμε, από τις μείξεις με ξένες φυλές.
Ο ανατολικός κλάδος της Πρωτομεσογειακής φυλής, ο Οριενταλικός, εδημιούργησε την δική του ομογλωσσία, την Σημιτική. Είναι λάθος να πιστεύεται, ότι η Σημιτική ομογλωσσία ήσαν δημιούργημα ξένης φυλής. Η ομογλωσσία αυτή σχηματοποιήθηκε στην Μέση Ανατολή τον καιρό, που εκεί κυριαρχούσε ο πρωτομεσογειακός κλάδος των Οριενταλιδών. Αυτοί μετέδωσαν την γλώσσα τους και στο αρμενοειδές γένος των Εβραίων, που ήλθε αργότερα στην περιοχή. Αντίθετα, οι Αρμένιοι, που δεν κατήλθαν στην Μέση Ανατολή, δεν ομιλούν σημιτικά, αφού είχαν απορροφηθεί εξ αρχής στο κλίμα της Ιαπετικής ομογλωσσίας (Στην ακμή της Αρίας εποχής δεν εφείσθη η Μεσογειακή επέκταση ούτε τον πυρήνα της Καυκάσιας φυλής. Ο δρόμος για την Κολχίδα ήταν έκτοτε γνωστός στους Έλληνες.).
Δεν πρέπει να μας εκπλήσσει το γεγονός, ότι και οι Σημιτικές γλώσσες ήταν δημιούργημα των Μεσογειακών ανθρώπων. Ήταν μάλιστα τελείως φυσικό τούτο, αφού μία μεγάλη φυλή, η Πρωτομεσογειακή, απλώθηκε σε τόσο πελώρια γεωγραφική έκταση προ της γλωσσοπλασίας, να δημιουργήσει κατά περιοχές διάφορους γλωσσικούς πυρήνες. Τόσο η Ιαπετική, όσο και η Σημιτική (αλλά και η Δραβιδική και η Χαμιτική ομογλωσσία) υπήρξαν δημιουργήματα της μεγάλης τότε Πρωτομεσογειακής φυλής (Ίσως να υπήρξαν και άλλοι τότε γλωσσικοί πυρήνες, που με τον καιρό απερροφήθησαν από τις ισχυρές γλώσσες. Έτσι δεν αποκλείεται και η πιθανολογουμένη «μεσογειακή» γλώσσα κάποιων περιοχών της πελασγικής Ελλάδος.).
Έτσι γίνεται αντιληπτό, πόσο είναι επικίνδυνο να ομιλούμε στην Εθνολογία με γλωσσολογικούς όρους. Δεν υπάρχει Σημιτική φυλή ούτε Χαμιτική φυλή. Υπάρχουν μόνον σημιτικές και χαμιτικές και ιαπετικές γλώσσες. Όπως υπάρχουν και φυλές, οι οποίες όμως έχουν τελείως άλλα ονόματα (Μεσογειακή, Οριενταλική, Νορδική κ.λπ.). Συγχέοντας ονόματα φυλών και γλωσσών μεταξύ τους δημιουργεί κανείς αθέλητα τις προϋποθέσεις για τεράστιες εθνολογικές ανακρίβειες.
Μετά το -4000 παρουσιάζεται στην Μεσοποταμία ο λαός των Σουμερίων, ο οποίος ανέπτυξε έναν εκπληκτικό πολιτισμό. Η σουμεριακή γλώσσα δεν ήταν σημιτική ούτε ιαπετική. Ήταν μία προσθετική, ιδιόμορφη γλώσσα, η οποία γύρω στο -2000 υπεχώρησε στην σημιτική ομογλωσσία. Δεν είναι γνωστή η προέλευση των Σουμερίων. Κατά τον Ξ. Λίβα, αυτοί ήλθαν μάλλον από την Αίγυπτο. Τα ιδιάζοντα πάντως ανθρωπολογικά τους γνωρίσματα (κρανιακό μήκος 193, κραν. ύψος 143) αντιστοιχούν προς το «στενοδολιχόμορφο φύλο», που προϋπήρχε στην Ευρώπη και εξηφανίσθη αργότερα τελείως (Δεν αποκλείεται οι Σουμέριοι να ήταν Ατλαντίδες, οι οποίοι, μετά την ήττα τους από τους Έλληνες, αναγκάσθηκαν να φύγουν από την Βόρ. Αφρική.). Πρόκειται δηλαδή για το Ατλαντικό φύλο, που έχουμε αναφέρει. Δεν υπάρχουν ίχνη αυτού του φύλου στην αρχαία Αίγυπτο. Υπάρχουν, όμως, όπως θα δούμε, δυτικότερα. Πιθανότερη επομένως εκδοχή για την προέλευση των Σουμερίων είναι η μεσογειακή ακτή της Τυνησίας, από όπου πρέπει να έφυγαν μετά την πολεμική τους ήττα από τους Έλληνες.
Πρέπει ακόμη να τονισθεί ότι είναι λάθος να θεωρούνται οι Φοίνικες σαν ξένος «σημιτικός» λαός, συγγενής των Εβραίων. Οι Φοίνικες, βάσει αδιαμφισβητήτων παλαιοανθρωπολογικών στοιχείων (Bernhard, Bertholon), υπήρξαν οριενταλίδες, δηλαδή προήρχοντο από την παλαιολιθική Μεσογειακή εποίκησι της Μέσης Ανατολής (Με κρανιακό μήκος 190, ύψος 133, δείκτη Υ/Μ 70,5 και στενό μέτωπο οι Φοίνικες ήσαν κλασικοί Οριενταλίδες. Ούτε οι Γεφυραίοι απόγονοί τους στην Αθήνα ήσαν Εβραίοι, όπως πιστεύουν μερικοί. Οι Γεφυραίοι δεν ήσαν Ιουδαίοι στο θρήσκευμα, αφού είχαν ιερό αφιερωμένο στην Δήμητρα (Ηρόδ. Δ. 61).). Γλωσσικώς βεβαίως ήταν «σημίτες», αλλά αυτό δεν είχε καμιά σχέση με τους Εβραίους, οι οποίοι, όπως θα δούμε παρακάτω, ήσαν ξένος λαός, που εκσημιτίσθηκε γλωσσικά στην Μέση Ανατολή. Οι Φοίνικες ήλθαν από την Αραβία (Τούτο μαρτυρεί τόσο ο Ηρόδοτος (Α. 1, Ζ. 89), όσο και ο Στράβων (ΙΣΤ. 766), ο οποίος μάλιστα προσθέτει ότι η πόλις Τύρος, την οποίαν έκτισαν, ήταν ομώνυμη με μία νήσο του Περσικού κόλπου. Η απομάκρυνση των Φοινίκων από την πρώτη τους κατοικία ίσως να οφείλετε στην αύξουσα διείσδυση εκεί των ινδιδών.) γύρω στο -2900, εγκατασταθέντες στον παράλιο χώρο του σημερινού Λιβάνου. Δεν ήσαν μόνον θαυμάσιοι έμποροι και ναύτες, αλλά υπήρξαν και αξιομαχώτατοι, λαβόντες μέρος με επιτυχία σε πλείστες ναυμαχίες. Εδημιούργησαν ακμάζουσες αποικίες στην Θάσο, στην Καρχηδόνα και αλλού (Και οι Κύπριοι κατήγοντο εν μέρει από Φοίνικες, όπως κι από Ελλαδίτες (Σαλαμινίους και Αρκάδες), σύμφωνα με την Ηρόδοτο (Ζ. 90).), ελάτρευαν τον Δία (Ο Όμηρος αποκαλεί τους Φοίνικες «διοτρεφείς» και «διιφίλους» (Ιλ. Ι. 607 και 168).), τον Ηρακλή και τον Διόνυσο (Ηρόδ. Β. 44 και 49.), υπήρξαν δε και εξαίρετοι τεχνίτες (ιδίως αρχιτέκτονες και γλύπτες). Αποτελεί λοιπόν σφάλμα να συνάπτονται οι Φοίνικες με τους αλλογενείς Εβραίους.
Αργότερα, περί το -2500, γίνεται μία μεγάλη μετανάστευση Κρητών στην μεσογειακή ακτή της Μέσης Ανατολής, νοτίως της Φοινίκης: οι Φιλισταίοι. Το όνομά τους παρεφθάρη από τους Αιγυπτίους σε «Πελέστε», όνομα από το οποίο προήλθε και η «Παλαιστίνη» για την χώρα που κατοίκησαν. Οι Φιλισταίοι ήσαν σε συνεχείς προστριβές με τους Φοίνικες και αργότερα με τους νεοεισελθέντες Εβραίους, οι οποίοι επέπρωτο να τους διαβρώσουν. Από τους ίδιους τους Εβραίους έχομε μαρτυρίες ότι οι Φιλισταίοι ήσαν πράγματι ελληνικής, και δη κρητικής καταγωγής («Τάδε λέγει Κύριος· ἰδοὺ ἐγὼ ἐκτείνω τὴν χεῖρά μου ἐπὶ τοὺς ἀλλοφύλους καὶ ἐξολοθρεύσω Κρῆτας καὶ ἀπολῶ τοὺς καταλοίπους τοὺς κατοικοῦντας τὴν παραλίαν» (Ιεζεκιήλ ΚΕ. 16). «Καθελῶ ὕβριν ἀλλοφύλων καὶ ἐξαρῶ τὸ αἷμα αὐτῶ ἐκ τοῦ στόματος αὐτῶν καὶ τὰ βδελύγματα αὐτῶν ἐκ μέσου ὀδόντων αὐτῶν (sic)… ἐξεγερῶ τὰ τέκνα σου, Σιών, ἐπὶ τὰ τέκνα τῶν ῾Ελλήνων καὶ ψηλαφήσω σε ὡς ρομφαίαν μαχητοῦ» (Ζαχαρίας, Θ. 6-13). «Οὐαὶ οἱ κατοικοῦντες τὸ σχοίνισμα τῆς θαλάσσης, πάροικοι Κρητῶν· λόγος Κυρίου ἐφ᾿ ὑμᾶς, Χαναὰν γῆ ἀλλοφύλων, καὶ ἀπολῶ ὑμᾶς ἐκ κατοικίας καὶ ἔσται Κρήτη νομὴ ποιμνίων καὶ μάνδρα προβάτων» (Σοφονίας, Β.5). Ακόμη και στον Απόστ. Παύλο φαίνεται το εγγενές μίσος κατά των Κρητών (Τίτος α12-13).). Αλλά και τα παλαιοανθρωπολογικά στοιχεία το επιβεβαιώνουν (Macalister).
Λίγο μετά το -2000 εισβάλλουν στην Μικρά Ασία οι Χετταίοι, καταστρέφουν τις παλαιές πόλεις και ιδρύουν εκεί ισχυρό κράτος. Περί της προελεύσεως των Χετταίων έχουν επίσης πολλά γραφεί: Άλλοι τους βλέπουν σαν προελθόντες από τον Καύκασο, επειδή ήσαν βραχύκρανοι, άλλοι σαν Θρακομακεδόνες, επειδή η γλώσσα τους ήταν ιαπετική. Τα ανθρωπολογικά στοιχεία μαρτυρούν σήμερα ότι οι Χετταίοι ήσαν μεν σχετικώς βραχύκρανοι, αλλά δεν είχαν πλατυϊνία. Ο Schaeuble τους θεωρεί Αλπικούς.
Ο χαμηλός τους προσωπικός τους δείκτης 51-52 (στα όρια της ευρυπροσωπίας), όπως και η έλλειψη υψικρανίας συνηγορούν σ’ αυτήν την άποψι. Γι’ αυτό τείνουμε να πιστέψουμε ότι οι Χετταίοι εισέβαλαν στην ακτή της βορείου Μικράς Ασίας προερχόμενοι από την Κριμαία. Εκεί, στην σημερινή Ουκρανία, επικρατούσαν από τότε λαοί αλπικοί, προγονικοί των σαρματικών, οι οποίοι είχαν υποστεί ήδη έντονη της αρία Ελληνική πολιτιστική επίδραση.
Το αν η εισβολή των Χετταίων ήταν η αιτία να απωθηθούν κάποια γένη των Μηδών προς Ανατολάς, τα οποία εβαπτίσθησαν «Άριοι» στην Ινδία, μένει προς εξέταση.
Οι Χετταίοι ήσαν πάντως οι κύριοι υπεύθυνοι, που η Μικρά Ασία στην διάρκεια της 2ης χιλιετίας έγινε βραχύκρανη - αλλά όχι και οι μόνοι. Υπήρξε και διείσδυση Αρμενοειδών από την περιοχή του Καυκάσου προς νότον: Ήταν ένα νομαδικό γένος, οι Εβραίοι. Αλλά περί αυτών θα γίνει ιδιαίτερος λόγος.
Αργότερα, η Πρόσω Ανατολή ξαναπέφτει στα χέρια των Μεσογειακών. Ήταν γύρω στο -1200, όταν οι «λαοί της θαλάσσης» εισέβαλαν παντού εκ δυσμών και κυριάρχησαν στην περιοχή, καταστρέψαντες και το κράτος των Χετταίων. Από τότε η Μικρά Ασία, αλλά και η Μ. Ανατολή λιγότερο, επανέρχεται στα Μεσογειακά ανθρωπολογικά γνωρίσματα (Bernhard).
Ολόκληρος ο χώρος της Μικράς Ασίας και της Μέσης Ανατολής έγινε έκτοτε χώρος επεκτάσεως των Μεσογειακών Ελλήνων από την Χερσόνησο του Αίμου. Αθρόες μετοικήσεις έλαβαν χώραν προς τα εκεί, προερχόμενες είτε από την Θράκη, είτε από τις νήσους του Αιγαίου είτε από την Κρήτη. Ο Ηρόδοτος μας ομιλεί για «Θράκας τους εν τη Ασία» (Γ. 90.), μνημονεύοντας ιδιαίτερα τους «Βρύγες», που μετονομάσθησαν στην Μ. Ασία σε Φρύγες (Ζ. 73.), και τους Βιθυνούς (Ζ. 75). Ο Στράβων μας απαριθμεί ακόμη τους Μοισούς, τους Λυδούς, τους Τρώες, τους Μυγδόνες και άλλους (C. 295.). Αυτός ο εκθρακισμός της Μικράς Ασίας πρέπει να υπήρξε και αυτός αποτέλεσμα της διναρικής πιέσεως, την οποία υφίσταντο τότε οι Θράκες στην πατρίδα τους. Από την Κρήτη υπήρξαν επίσης νέες αθρόες μετοικήσεις προς την Μικρά Ασία και την Μέση Ανατολή (Κάρες, Λύκιοι, Καύνιοι) (Ηρόδ. Α. 171-3 και Ζ.92.).
![]() |
Σχηματική παρουσίαση της κινήσεως διαφόρων αρχαίων λαών προς Μικρά Ασία και Μέση Ανατολή. |
Από πλευράς ανθρωπολογικής, τα ευρήματα της Ιωνίας στην κλασική περίοδο μαρτυρούν πλήρη ελληνικότητα – ταυτότητα με τα στοιχεία της ηπειρωτικής Ελλάδος: Διαστάσεις κρανίου 188 x 136 (δείκτης Υ/Μ = 72,3), δείκτης Π/Μ = 76,5, διαστάσεις προσώπου 134,6 x 69,8 (δείκτης = 54,8), διαστάσεις μύτης 24,7 x 51,7 (δείκτης = 47,7).
πηγη


Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου