Σάββατο 7 Απριλίου 2018

ΟΝΕΙΡΟ (διήγημα)

Ήτανε να ξημερώσει Μεγάλο Σάββατο , που είδα στον ύπνο μου πως απέθανα!

Επέθανα και , ως στρίψη ματιού ευρέθηκα  εις τον άλλο κόσμον. Εκεί , ως από ενστίγματος , έτρεξα  ευθύς εις τον Παράδεισο , και έλαβα την τόσον καλήν τύχη να φτάσω εις την στιγμή που έβγαινε να πάει σε περίπατο .

Μιλιούνι Άγιοι  τον  επεριστοιχούσανε βαστώντες  αγγελούδια  λάτινα , σαν εκείνα των εκκλησιών , κι εγώ εστοχάσθηκα  να ωφεληθώ από εκείνην την αναστάτωση , από εκείνην τη σκοτούρα , δια να έμβω  λαθρεμπορικώς – πως εις τον Παράδεισο , αποφεύγοντας τελωνειακάς ερεύνας , σαν οπού κι εγώ είχα κάτι να κρύψω...


Ανάτρεχα λοιπόν τον χείμαρρον των Αγίων , ανοίγοντας το δρόμο μου με τα δυο  χέρια, όταν ο Άι- Πέτρος  , ο ακοίμητος  εκείνος θυρωρός των Ουρανίων Ανακτόρων , με αρπάζει  από το λαιμοδέτη , και:

-Στάσου , λέει ,αναξία κολασμένη ψυχή !

-Άγιε, του είπα εγώ , γιατί με πιάνεις από το κολέτο , σαν να΄μουνα κλέφτης ;

-Σώπα , λέει , μπερ…..(μα δεν το ετελείωσε ), φεύγα  εδώθε ,και πήγαινε στο πυρ το εξώτερον , το ητοιμασμένον δια όσους ξεσκεπάζετε  τα……τα…..τα των ευσεβών ιερέων μας.

Εγώ , για μια στιγμή , ετρόμαξα , επειδή τα μάτια του Αγίου ερίχνανε φωτιές από το θυμό του , και τα γένια του έτρεμανε , κι επέτα σπίθες σάλια από το στόμα του!Μα έπειτα , κάνοντας δύναμη στον εαυτόν μου , έτρεξα κι εσταμάτησα τον Θεόν , κι έπεσα στα πόδια του , και γονυπετής του είπα:

-Θεέ Πατέρα , λάβε ευσπλαχνία δι΄ εμέ , και διόρισε του αγίου θυρωρού σου να με αφήσει να έμβω εις την αιωνίαν χαράν και αγαλλιάσην.

Μα τότε και ο ‘Αι- Πέτρος:

-Παναγιότατε Θεέ , του λέει , τούτος  είναι καταδικασμένος από τους αντιπροσώπους σου πληρεξουσίους παπάδες εις το πυρ το εξώτερον .

-Α! λέει ο Θεός , τότε , παιδί μου , δεν μπορώ να σου κάμω τίποτα!

-Μα ! είπα πάλ΄ εγώ , Θεέ Πατέρα , κάμε έλεος!

Και ο καλός Θεός , στρεφόμενος τότε προς τον μονογενή Του Υιόν:

-Εσύ , λέει , που  εστάθηκες εκεί- κάτου και γνωρίζεις τούτα καλύτερά μου , ιδές περί τίνος πρόκειται.

Με τούτο ετράβηξε το δρόμο του .Ετσι ο Χριστός έμεινε με εμέ , και, με την συνηθισμένη του καλωσύνη , μ΄εχάιδεψε.

Μα τότες ο Αι- Πέτρος έβγαλε μέσ΄από τα ράσα του το αφοροχάρτι των 1856 , και:

-Διάβασε , λέει του Χριστού , διάβασε , Υπερένδοξε Διάδοχε , και πες αν  ετούτος ο άνθρωπος ημπορεί να έμπει στον Παράδεισό μας.

Ο Χριστός επήρε το αφοροχάρτι , το εφυλλολόησε , εδιάβασε , και  στραφείς προς εμε:

-Μα τι τους έκαμες , μου είπε , που σε αφορέσανε ;

-Ω γλυκύτατέ μου Ιησού! του είπα εγώ , με αφορήσανε , επειδή τους έλεγξα τες ανοσιουργίες τους. Πρέπει να ξέρεις , Ιησού μου , ότι η θρησκεία την οποίαν εδίδαξες εις τον Κόσμο δεν υπάρχει πλέον εκεί- κάτου , επειδή από καιρό σε καιρό, και από λίγο σε λίγο , την αλλάξαν όλην , ώστε τώρα δεν έμεινε παρά τ΄όνομά σου απάνου σε μιά σωρεία θρησκευτικών εθίμων , όπου τα λένε θρησκεία σου. Μιά τέτοια θρησκοκιβδήλωση  φυσικώ τω λόγω, μακράν από του να φέρνει την ηθικοποίησιν του ατόμου- σκοπός τούτος της θρησκείας σου- διαφθείρει, εξεναντίας , και αποχτηνώνει τα πλήθη. Οι δε παπάδες , αδιαφορώντες εις το εξαγόμενο τούτο, μετέρχονται την παπαδοσύνη  τους ως έργον για να ζήσουνε , και φυσικώ τω λόγω εξαγριώνονται εναντίον εις όποιον προσπαθήσει ν΄ανοίξει τα μάτια των οπαδών τους .Έτσι η εξάλειψη της θρησκείας σου από τον Κόσμο μας είναι , Ιησού μου , τώρα πλέον  fait accompli (έργο τετελεσμένο).

– Μου το ΄παν κι άλλοι , λέει , μου το ΄παν κι άλλοι!…

– Ετσι , εγώ επανέλαβα κάποιες από τες κατάχρησές τους , τες εστηλίτεψα σ΄ένα μου βιβλίον , οπού για τούτο το ονόμασα  Μυστήρια της Κεφαλονιάς. Αλλά εκείνοι , σαν ειδωθήκαν  ξεφαυλισμένοι εμπρός εις το ποίμνιόν τους , ελυσσιάξανε , Χριστέ μου , επαραφρονήσανε ,και με αφορέσανε  με όλην την πομπήν και παράταξην από την Εκκλησίαν τους.

Ο Χριστός δεν ηθέλησε ν΄ακούσει περισσότερο.Εκούνησε λυπημένος το κεφάλι του , και , ξαναλέγοντας πάντα:

– Μου το ΄παν  κι άλλοι , μου το ΄παν κι άλλοι,

έστρεψε προς τον Αι-Πέτρο , και:

– Ασ΄ τονε , λέει , να έμπει και βάλ΄τονε σε μιάν αγκωνή να μη φαίνεται.

-Αδύνατο , Χριστέ μου , αδύνατο! είπεν ο άγριος εκείνος Κέρβερος . Κλονίζεται η πίστη , αν τούτο γίνει. Ενθυμήσου ότι συ- αυτ’ός έδωσες εις τους παπάδες την εξουσία να λύουν και να δένουνε, και υποσχέθηκες να εχτελείς εις τον Ουρανόν  ό,τι  και όπως  εκείνοι διορίσουνε στη Γη.

– Corpo di Bacco! είπε τότες ο Χριστός φράγκικα . Ας είναι : στείλε τόνε λοιπόν εις την Κόλαση .Μα δώσε του και δυό γραμμές , ένα συστατικό στον Εωσφόρο , για να μη σκληραγωγήσει απάνου του .

Είπε κι έφυγε . Εγώ έμεινα με τον Αι-Πέτρο , όστις έβγαλε κομμάτι χαρτί και , ακουμπώντας απάνου στο γόνα του , έγραψε  συστατικό , μου το εγχείρισε , και τότε μία ακαταμάχητη αόρατη βία με έσπρωξε στην Κόλαση .

Το εσωτερικόν της Κολάσεως ήτον φοβερό και επιβλητικό . Ο Μέγας Εωσφόρος καθισμένος εις ένα ξάγναντο με τους αξιωματικούς του Αρχιδιαόλους δεξιά -ζερβιάθε , υψωνότουνε ανάμεσά τους σα βράχος.Εμπρός  σε τούτους εκυλιόντανε πλήθος Διαολάκια έτοιμα για θελήμα.

Η αόρατη βία που με έσπρωξε εκεί – μέσα εξακολούθησε να με σπρώχνει,και με έφερε στας πόδας του Μεγάλου εκείνου Κυριάρχου της Κολάσεως.

Οταν με είδε κοντά του , αναγλείφτηκε , καθώς ήθελε κάμει λύκος για ν΄αρπάξει αρνάκι! Αλλ΄ όταν του επαρουσίασα το συστατικό του Αι-Πέτρου, έτριξε τα δόντια του από τη λύσσα του !….Εσείστηκε η Κόλαση σ΄εκείνο το τρέξιμο , και ο Αι-Πέτρος έκαμε το σταυρό του .

Μου έδωσε  μια φρικώδη στραβοματιά , και :

-Εχθρέ, λέει , του Διαβόλου και της Κολάσεως ! εγώ επάντεχα να σε γδάρω  με πριοβολόπετρα , καθώς ο Νικολάκης ήθελε να γδάρει το φίλο μου τον παπά- Μαντσαβίνο. Και όμως υποχρεούμαι να σε ξενίσω κι εσέ, καθώς κάνω  και εις τους φίλους μου , επειδή έτσι θέλει ο Αφέντης μου .

Ένευσ΄ έπειτα σ΄ένα Διαβολάκι , κι εκείνο κυλισμένο μ ΄έσυρε ενεργώντας απάνου μου με μιάν έλξη σαν εκείνη του μαγνήτη , επιβλητική και άφευχτη.

Ετσι , δεν αργήσαμε να φθάσομε σε μία μεγάλη πόρτα , η οποία μας ανοίχθηκε αυτομάτως ευθύς εις το φθάσιμό μας.Αλλά  οποία τότε η εχπληξή μου , όταν ευρέθηκα μεταξύ Ιερέων , Αρχιερέων , και Πατριαρχών !

– Μπα ! Δέσποτά μου , είπα του παπά – Μαντσαβίνου , που τον εύρηκα ευθύς εμπρός μου , εγώ σ΄ ενόμιζα στον Παράδεισο να  ψάλλεις το  Ωσαννά εν τοις Υψίστοις . Και σε βλέπω στην Κόλαση ;!….

-Ε, λέει ο παπάς , ως κι εδώ δεν κακοπερνάμε .Εμείς οι ρασοφόροι , σα φίλοι που εσταθήκαμε πάντα του Κυρίου μας Εωσφόρου , κι εκάμαμε πάντα τα συμφέροντά του στον πρώην Κόσμο μας , αποχτήσαμε δικαιώματα στην ευγνωμοσύνη του . Ούτε που είν΄ αχάριστος ο Κύριός μας τούτος  , και ιδού που τώρα , ευγνωμονώντας εις εμάς , μας ξενίζει μάλλον, παρά να μας κολάζει .Ο Διάολος δεν είναι και τόσο κακός όσο φαίνεται , και τους φίλους του τους προσέχει , και ανταμείβει όσους με πόθο τον υπηρετήσανε .Ετσι, και σ΄ εμάς τώρα παρέχει σχετικήν καλοζωίαν εδώ στην Κόλαση. Ο Διάολος να ξέρεις , κάνει για τους φίλους του εκείνο που ο Θεός δεν κάνει για τους εδικούς του. Επειδή ο Θεός τους λέει  ε κ ά μ α τ ε  το χρέος σας  υπακούοντές με . Ενώ ο Διάολος εννοεί ότι  επαραβήκαμε το χρέος μας για ναν τον υπακούσομε.

– Μα γιατί λοιπόν δεν έκανε για σας τους φίλους του και το περισσότερο: κάνοντάς  σας να πηαίνετε στον Παράδεισο;

– Επειδή τότες , λεέι , η αμοιβαία φιλία μας δεν ήθελ΄ έχει σκοπό : όταν δεν ήθελε μας πειράζει , όταν ήθελε μας αφήνει να γενομάσθε άξιοι δια τον Παράδεισον, τότε δεν ήθελ’ ήμασθε αθρώποι του , δεν ήθελ΄ ήμασθε φίλοι του. Και πάλε, ο αφέντης μας δεν είναι Κυριάρχης του Ουρανού , για να κάνει ό,τι θέλει . Ο καημένος! δεν είναι παρά ένας δεσμοφύλακας εις τας διαταγάς του Υψίστου, ένα είδος Κασελά Ροσβάνη.

Και μόνον  έχει την ημπόρεση -σαν κάθε δεσμοφύλακας την έχει- να μεταχειρίζεται άλλους καλύτερα και άλλους χειρότερα.

-Καταλαβαίνω λοιπόν , είπα εγώ , ότι ο Διάολος , αγαπώντας το κακό , γένεται αυστηρότερος εις εκείνους οπού λιγότερο  εκακουργήσανε,  κι εξεναντίας , δείχνεται ευνοϊκότερος εις εκείνους οπού περσότερο εκακουργήσανε.

Και ο παπάς :

-Συ είπας .

-Και εσάς ποία είνα τα υποφέρματά σας , εις τα οποία ως φαίνεται θα υποκύψω και εγώ;

Ο παπάς τότες εχαμήλωσε τα μάτια του , εστέναξε , κι εσιώπασε.

-Δέσποτα, του είπα , δεν είναι γι΄απλήν περιέργεια οπού σ΄ερωτώ. Είναι για να ξέρω κι εγώ  τι θα υποφέρω.

-Εσύ , λέει τότες ο παπάς , εσύ δεν θα υποφέρεις . Αλλά εμείς υποφέρνουμε  την έλλειψη  της Θεότητος , η παρουσία της οποίας γιομίζει χαρά και αγαλλίαση τες ψυχές.Επειδή ο Πανταχού-Παρών τούτο μόνον αποστρέφεται και εγκαταλείπει :την Κόλαση.Έχουμε δε και τους ελέγχους της συνειδήσεώς  μας , και ….

-Ω δέσποτά  μου , τον αντίσκοψα εγώ , όλοι έχουμε κάτι να ελέγξομε  στον εαυτό μας. Και μάλιστα εμείς οι γέροντες , δεν πιστεύω να είναι ένας από εμάς  οπού να μην επιθυμούσε να γυρίσει οπίσω για να ξεκάμει τόσα που έκαμε , και να κάμει άλλα οπού δεν έκαμε.

-Ναι , λέει εκείνος , μ΄εκείνος , μ΄αυτές είναι στιγμές της απερασμένης  υπάρξεως , οι οποίες τιμωρούνται ως τέτοιες . Εμείς όμως είχαμε κάμει έργον μας την απάτην , διδάσκοντες ψευδή Θεολογίαν εις  τα πλήθη , και μετερχόμενοι την Θεοκαπηλείαν ως αληθείς θρησκέμποροι , για να ζούμε. Έτσι , έχουμε ολόκληρην ύπαρξην βασισμένην εις το κακούργημα. Εμείς εδινόμασθε  δια  ιερείς του Υψίστου , ενώ ήμασθε ιερείς του εναντίου του :ιερείς του Διαόλου , ιερείς του ψεύδους και της απάτης ! Εμείς…..

-Παπά μου , τον αντίσκοψα πάλ΄εγώ , άσ΄ τα τώρ΄ αυτά , και κάνε μου τη χάρη ,παρουσίασέ με σε τούτους τους τώρα -ποτέ Αξιωματικούς, της τώρα-ποτέ Εκκλησίας μας, επειδή , αν θα συγκατοικήσω με αυτούς , είναι καλά να γνωριζόμασθε.

-Ω, λέει ο παπάς  ,εσύ δεν θα μείνεις πολύ μαζί μας. Εντός ολίγου θ’ αναστηθεί ο Κύριος του Ουρανού . Θαν του ανοιχθούν οι Πύλες του Άδου , θα βγάλει μέσαθε να πάρει μαζί του όσους αδίκως εβαλθήκανε μέσα , και συ θέλ΄είσαι ένας από εκείνους .

Η χαρά μου εκείνην την στιγμή δε με άφηνε ν΄ ανανοηθώ πως ο παπάς αναχρόνιζε τα πράγματα , αλλά και όταν εξύπνησα , εσκέφθηκα ότι τέτοιος είναι μάλιστα ο χαρακτήρας των ονείρων : αναχρονισμοί , αντίφασες , παράλογα και άστατα παντός είδους .

Εντοσούτω μ΄ επήρε ο παπάς από το χέρι , μ΄επήγε, και μ΄επαρησίασε στον πρώην  Δεσπότη μας.

-Πανιερότατε , του είπα εγώ , σου φιλώ το χέρι . Μα βλέπω που αφορεσμένοι και αφορεστάδες  εις την ίδια τρύπα του Διαόλου καταντάμε!

-Ω ,παιδί μου! εφώναξ εκείνος , πως εδώ; Κάτι λάθος…..

-Όχι , Πανιερότατε , είπα εγώ , δεν είναι λάθος , αλλ΄ είναι ο αφορεσμός των 1856 οπού με έφερε εδώ-μέσα.

-Ω, παιδί μου , λέει πάλι , μου κακοφαίνεται , μα δε φταίω εγώ .Εγώ μάλιστα όταν μου εφέρανε και υπόγραψα , είπα πως αν ελείπανε δύο-τρεις λέξες  μέσ΄από τα  Μυστήριά σου, σου έδινα την ευχή μου , επειδή είπες όλην την αλήθεια.

Ομίλουνα έτσι με τον πρώην Επίσκοπό μας , όταν αισθάνθηκα τραβηξιά οπίσωθέ μου .Γυρίζω , και βλέπω την άλλοτε περιώνυμον παπα-Ζερβό!Εδιατηρούσε  και μες στη Κόλαση το Μεγαλόσχημον της Υποκρισίας δια την οποίαν εδιακρίνετο εις τον Κόσμον!

Μ΄ έπηρε  καταμέρος και:

-Πες μου , λέει , οι συγγενείς της κοπελός εκείνης όπου εγώ…..ενστιγμή εξομολογήσεως …εις το Μεσολόγγι…..Μην ήλθανε στην Κεφαλονιά γυρεύοντάς με να με σκοτώσουνε;

-Δε ηξέρω , λέω , Αρχιμανδρίτη μου.

-Ξέρεις , λέει , κάνε , αν οι Ηγούμενοι του Αγίου Όρους  αναφερθήκανε στον Εισαγγελέα μας δια να με συλλάβει , και μην εκείνος έστειλε την υπόθεση στο Κακουργοδικείον;

-Σου είπα, άγιέ μου Αρχιμανδρίτη , πως δεν ηξέρω από τέτοια πράγματα.

-Καλά , λέει , βλέπω πως δε θέλεις να μου ειπείς , κι έτσι δε σε ρωτάω για περισσότερα.

Μα τότες ένας μεγάλος κρότος μ΄εξύπνησε .Ήτανε το κανόνι του Μεγάλου Σαββάτου , που από το Δράπανο ειδοποιούσε την Ανάσταση.Έτσι , ο παπά -Μαντσαβίνος εννοούσε βέβαια τούτο , όταν μου είπε πως η ανάσταση του Χριστού θα με βγάλει από την Κόλαση.

Ανδρέας Λασκαράτος

Από τα «Πασχαλινά διηγήματα Ελλήνων συγγραφέων», εκδόσεις GUTENBERG, σελ.41-51

corpo di Bacco= για το Θεόν

πριοβολόπετρα= πέτρα του τσακμακιού

.Ο Ανδρέας Λασκαράτος (1 Μαΐου 1811-24 Ιουλίου 1901) ήταν αξιόλογος σατιρικός ποιητής και πεζογράφος από την Κεφαλλονιά. Αφορίστηκε από την Εκκλησία εξ αιτίας των σατιρικών βελών του κατά των κληρικών.
Ο Ανδρέας Λασκαράτος γεννήθηκε το 1811 στο Ληξούρι  και συγκεκριμένα στην εξοχική τοποθεσία Ριτσάτα, σε μία περίοδο που τα Επτάνησα περνούσαν από τη γαλλική στην αγγλική προστασία.Τα πρώτα του γράμματα τα έμαθε κοντά στον Νεόφυτο Βάμβα στη Σχολή του Κάστρου. Σε ηλικία εικοσιενός ετών ο θειος του Δελαδέτσιμας τον διόρισε γραφέας στη Γερουσία στην Κέρκυρα και τον έγραψε στη Νομική Σχολή του Ιονίου Πανεπιστημίου επειδή τον πρόοριζε για δικαστή αν και ο ίδιος ο Λασκαράτος επιθυμούσε να σπουδάσει ιατρική. Από την Κέρκυρα γύρισε στην Κεφαλλονιά και εργάστηκε για κάποιο χρονικό διάστημα πρωτοκολλητής του Ειρηνοδικείου. Στη συνέχεια παραιτήθηκε και πήγε στην Πίζα και στο Παρίσι για νομικές σπουδές. Το 1839 επέστρεψε ασκώντας μόλις για τρία χρόνια το επάγγελμα του νομικού. Όμως ο θάνατος του πατέρα του το έκανε να ξαναασχοληθέι με τη δικηγορία λόγω κάποιων οικογενειακών υποθέσεών του, όμως η Γερουσία του αρνήθηκενα του χορηγήσει την άδεια.  Την περίοδο αυτη ταξιδεύει στην Κρήτη για να μελετήσει το κρητικό γλωσσικό ιδίωμα και τα λαϊκά τραγούδια της. Ταξιδεύει επίσης στην Αθήνα, στη Σύρο, στην Κόρινθο, στην Πάτρα, στο Μεσολόγγι. Υπήρξε μαθητής του Ανδρέα Κάλβου, ενώ γνώρισε και τον Διονύσιο Σολωμό, κάτι που ασφαλώς επηρέασε τη μετέπειτα πορεία του. Ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία, την ποίηση, ενώ είναι πιο γνωστός ως λιβελογράφος. Ήταν παντρεμένος με την Πηνελόπη Κοργιαλένειου, από γνωστή και εύπορη οικογένεια του νησιού, με την οποία απέκτησε δύο γιους και εφτά κόρες.
Εξέδωσε αρκετές σατιρικές εφημερίδες όπως ο «Λύχνος», καυτηριάζοντας αδιακρίτως την ανηθικότητα, την αδικία, την υποκρισία. Πολλές φορές καταφέρθηκε εναντίον των πολιτικών και της ανικανότητάς τους, ενώ πολέμησε σκληρά τις θρησκευτικές προλήψεις και δοξασίες, κυρίως δε την αυθαιρεσία της θρησκευτικής αρχής. Στις 2 Μαρτίου 1856, ο μητροπολίτης Κεφαλλονιάς Σπυρίδωνας Κοντομίχαλος, στην αγγλοκρατούμενη τότε Κεφαλονιά, αφορίζει τον Ανδρέα Λασκαράτο λόγω του βιβλίου του «Τα μυστήρια της Κεφαλονιάς» και φυσικά το βιβλίο. Ο αφορισμός είχε προαποφασιστεί και συνταχτεί νωρίτερα (φέρει την ημερομηνία 16 Φεβρουαρίου 1856) . Ο Λασκαράτος καταφεύγει κυνηγημένος στη Ζάκυνθο, αλλά στις 16 Μαρτίου 1856 αφορίζεται και εκεί, από τον μητροπολίτη της, Νικόλαο Κοκκίνη.
Κυριότερα έργα του είναι:
  • ’’Στιχουργήματα’’,(1872)
  • Τα μυστήρια της Κεφαλονιάς,(1872)
  • Ιδού ο άνθρωπος ή ανθρώπινοι χαρακτήρες’’,(1874)
  • Ποιήματα και ανέκδοτα,(1884)
  • Οι καταδρομές μου εξαιτίας του «Λύχνου»,(1888)
  • Απόκριση στον αφορισμό,(1908)
  • Αυτοβιογραφία,(1912)
Πέθανε στο Αργοστόλι, όπου διέμενε μετά από τους διωγμούς που υπέστη, στις 24 Ιουλίου 1901 , αλλά το έργο του παραμένει διαχρονικό έως σήμερα. Όσοι το έχουν μελετήσει αντιλαμβάνονται ότι ήταν ένας άνθρωπος που έβλεπε ιδιαίτερα μπροστά για την εποχή του και σήμερα, όσα αυτός είχε προβλέψει και επιθυμούσε είτε αλλάξει είτε να εμποδίσει, έχουν κατά κανόνα επαληθευτεί.
(wikipedia)



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου