Λέγοντας Άραβες εννοούμε όλους τους ισλαμικούς λαούς, που εκτείνονται από το Ιράκ μέχρι το Μαρόκο, δηλαδή όλους τους λαούς της Μέσης Ανατολής και της Βορείου Αφρικής. Στους ισλαμικούς λαούς μπορούν βεβαίως να συναριθμούν και οι Τούρκοι προς βορρά και οι Πακιστανοί, Αφγανοί και Πέρσες προς ανατολάς, χωρίς όμως αυτοί να είναι Άραβες (Στον ισλαμικό κόσμο δεν ανήκουν οι Εβραίοι ούτε και μερικές χριστιανικές κοινότητες (Κόπτες, Μαρωνίτες κ.λπ.).
Οι Άραβες χαρακτηρίζονται από κοινή γλώσσα, την αραβική, η οποία ως φορέας του Ισλαμισμού εκτόπισε όλες τις παλιές σημιτικές γλώσσες. Είναι όμως και αυτή σημιτική.
Για να αντιληφθούμε την εθνολογική δομή του αραβικού κόσμου, θα πρέπει να ρίξουμε πρώτα μία ματιά στην φυλετική καταβολή και της Βορείου Αφρικής. Εκεί, στην Βόρειο Αφρική, δυτικώς της Αιγύπτου, επικρατούσαν δύο πολιτισμοί στο τέλος της Μεσολιθικής εποχής, ο Μαυριτανικός και ο Κάψιος. Ο Κάψιος απλωνόταν ανατολικά (Τυνησία, Αλγερία), χωρίς να φθάνει στις ακτές και «φαινόταν σαν να ήταν εισηγμένος στην χώρα». Ο Μαυριτανικός κυριαρχούσε σ’ όλη την υπόλοιπη βορειοαφρικανική ακτή, με επίκεντρο τις κοιλάδες και τα όρη του Άτλαντος, απέναντι από το Γιβραλτάρ (Μαρόκο). Φορέας του Κάψιου πολιτισμού φαίνεται πως ήταν λαός πρωτομεσογειακός ή και ινδικός, προελθών από την Αίγυπτο, ενώ του Μαυριτανικού πολιτισμού φορέας ήταν το «στενοδολιχόμορφο» φύλο, που έχουμε ονομάσει Ατλαντίδες.
Τα ευρήματα του Μέχτα, του Ταφοράλτ κ.ά. μας δείχνουν το ίδιο περίεργο κρανίο, με τις υπερμεγέθεις διαστάσεις μήκους και ύψους και κάπως ευπρόσωπο, που είχαμε συναντήσει σε μερικά σημεία της Κεντρ. Ευρώπης και στους Σουμέριους: Εδώ, στο Μαρόκο και τις ακτές της Αλγερίας και της Τυνησίας, αυτό κυριαρχεί. Αλλά μετά το -5000 εμφανίζεται ισχυρή η Μεσογειακή φυλή, ο Μαυριτανικός πολιτισμός εκλείπει και ο Νεολιθικός – Γεωργικός πολιτισμός εισάγεται στην χώρα. Ταυτόχρονα, οι Ατλαντίδες άρχισαν να ωθούνται προς δυσμάς και η πίεση αυτή «θα λήξει με την νίκη των Μεσογειακών» (Ferembach), αφού οι Ατλαντίδες θα συμπτυχθούν επάνω στους ορεινούς όγκους του Άτλαντος, έχοντας απολέσει τον παλαιό τους βιοτικό χώρο (Κατά την μυθολογία, ο Ηρακλής είχε διέλθει από την Κυρήνη στην διάρκεια του δεκάτου του άθλου (Διόδωρος Σικελιώτης, Δ. 17), όπου νυμφεύθηκε την βασίλισσα Τίγγη, ο δε υιός τους έγινε νέος βασιλιάς της χώρας, διοικήσας αυτήν με ελληνικά στρατεύματα (Πλούταρχος, Σερτωρ. 9)).
Τα στοιχεία αυτά, που στηρίζονται σε παλαιοανθρωπολογικά μόνον ευρήματα, συμφωνούν χρονολογικά με την υπόθεση, ότι ο Ατλαντικός πόλεμος πρέπει να έγινε μεταξύ -5000 και -4000.
Υπενθυμίζεται ότι στην ίδια εποχή του -4500 ανάγεται και η δίοδος των Μεσογειακών μέσω των Μοραβικών Πυλών προς την βόρειο Ευρώπη. Μέχρι τότε η περιοχή αυτών των Πυλών φαίνεται πως κατοικείτο από Ατλαντίδες (Τα μεσολιθικά ευρήματα σε Vestonice και Stare Mesto χαρακτηρίζονται μεν «πρωτομεσογειακά» από τον Γέλινεκ, αλλά μάλλον ήσαν «ατλαντικά», αφού είχαν κρανιακό ύψος 144.). Όπως και στην Βόρειο Αφρική, έτσι και στην Μοραβία την ίδια εποχή οι Ατλαντίδες (που είχαν αναπτύξει κι εκεί τον πολιτισμό Unetice, με αξιόλογη εμπίεστη κεραμική) αιφνιδίως εξαφανίζονται παλαιοανθρωπολογικώς. Κατάλοιπα των αρχαίων Ατλαντιδών επρόκειτο να εύρουν οι Ισπανοί άποικο τον 15ον αιώνα στις Καναρίους Νήσους – λίγους κατοίκους με περίεργη ευρυπροσωπία, απομονωμένους εκεί από χιλιετιών.
Τα στοιχεία αυτά μας θυμίζουν επίσης τον Πλάτωνα («Τῶν ἐντὸς τῇδε 25.b Λιβύης μὲν ἦρχον μέχρι πρὸς Αἴγυπτον͵ τῆς δὲ Εὐρώπης μέχρι Τυρρηνίας» (Τίμαιος 25. Β). Ας σημειωθεί ότι η Παλαιοανθρωπολογία έχει εντοπίσει τέτοια κρανία Ατλαντιδών στην Δυτική Ευρώπη, από Ισπανία μέχρι Τσεχίας και Ιταλίας, αλλά και στην Ουκρανία.), κατά τον οποίο στην Βορειοδυτική Αφρική ήσαν κύρια η παρουσία των Ατλαντιδών, μέχρι να ηττηθούν αυτοί από τους Έλληνες. Τα στοιχεία αυτά ταιριάζουν ακόμη και με την υπόθεση της εντεύθεν μετοικήσεως των Σουμερίων προς την Μεσοποταμία. Φαίνεται δηλ., ότι οι Μεσογειακοί, πιέζοντας τους Ατλαντίδες στις ακτές της Βορείου Αφρικής, τους μεν κατοίκους Αλγερίας και Μαρόκου ώθησαν επί του Άτλαντος όρους, τους δε ανατολικούς κατοίκους της Τυνησίας κατεδίωξαν ή υποχρέωσαν να κινηθούν προς ανατολάς, μέχρι Μεσοποταμίας. Οι ατλαντικοί Σουμέριοι έκαναν δηλαδή τότε την αντίστροφη περίπου μετοίκηση, που θα έκαναν οι Φοίνικες 3000 χρόνια μετά προς Καρχηδόνα.
Η προέλευση αυτών των Μεσογειακών, που έφεραν τον γεωργικό πολιτισμό στην Βόρειο Αφρική, αμφισβητείται. Μερικοί τους θεωρούν ως προελθόντες από την Παλαιστίνη. Μάλλον όμως πρέπει να ήλθαν από την απέναντι ευρωπαϊκή ακτή κατά την εποχή της Αρίας ακμής, για να ενισχύσουν τους παλαιούς Μεσογειακούς κατοίκους. Τούτο, διότι πρώτον μεν οι έποικοι ήσαν κάπως ανοιχτόχρωμοι (ενώ οι κάτοικοι της Παλαιστίνης δεν ήσαν). Δεύτερον, διότι έπασχαν από θαλασσαναιμία, ασθένεια ενδημική στην Μεσογειακή φυλή (όχι όμως και στο Ανατολικομεσογειακό φύλο ούτε στους σημερινούς Άραβες), η οποία και σήμερα είναι ενδημική στους Βερβέρους. Τρίτον, διότι οι Βέρβεροι, απόγονοι εν μέρει των Μεσογειακών εκείνων εποίκων, έχουν χαμηλό q στο αιματικό σύστημα ΑΒ0 (6,5 μόνον), εν αντιθέσει με τους Άραβες (16 περίπου). Η προϊούσα όμως μείξη με τους Αιγυπτίους, αλλά και με τους Νιγρίδες από τον νότο, θα διαβρώσει και τον λαό της Βορ. Αφρικής και τελικώς θα τον εντάξει στον μεγάλο αραβικό κόσμο.
Γενικά μπορεί επομένως να πει κανείς, ότι οι Άραβες ανήκουν φυλετικώς στους Οριενταλίδες, αλλά με ποικίλες μείξεις. Οι Οριενταλίδες χαρακτηρίζονται από δολιχοκρανία, λεπτορρινία και βαθύχρωμα μαλλιά και μάτια. Από την Μεσογειακή φυλή, από την οποία προέρχονται, διαφέρουν κυρίως στην μεγαλύτερη χαμαικρανία, στο στενότερο μέτωπο και στα παχύτερα χείλη. Κατά περιοχές (π.χ. Λιβύη) είναι σαφέστερη η παρουσία και του αυθεντικού Μεσογειακού στοιχείου.
Αποφασιστική επίδραση στην διαμόρφωση των Αράβων είχε, όπως ελέχθη, η ινδική φυλή. Η φυλή αυτή με τις δύο πτέρυγές της (την δραβιδική και την αιθιοπική) διείσδυσε προς αμφότερα τα άκρα του αραβικού αυτού κόσμου. Ανατολικά μεν έντονη υπήρξε η ανάμειξη στο Αφγανιστάν και λιγότερο στην Περσία, δυτικά δε (από Αραβία και Αίγυπτο) διείσδυση υπήρξε και στο κέντρο της Μέσης Ανατολής και στην Βορ. Αφρική. Ο Λούντμαν τονίζει ότι είναι τόση η ανάμειξι με τους Ινδούς στο Αφγανιστάν και το Ιράν, ώστε είναι δυσχερέστατη η οριοθέτηση της Ινδικής από την Ευρωπαϊκή φυλή. Το ίδιο συμβαίνει και στο δυτικό τμήμα της Βορείου Αφρικής.
Ο τρίτος φυλετικός παράγων στην διαμόρφωση του αραβικού κόσμου ήσαν οι Αρμενοειδείς. Από το -3500 είχε αρχίσει πράγματι η κάθοδος των Αρμενοειδών στην Μέση Ανατολή. Αυτό το φύλο, γνωστό και ως Προσωασιατικό, είχε κοιτίδα την περιοχή του Καυκάσου, μεταξύ Κασπίας θαλάσσης και Ευξείνου Πόντου. Ακολουθώντας τις όχθες του ποταμού Τίγρι εκινούντο οι Αρμενοειδείς στον νότον. Τον πρώτο καιρό ήσαν ολιγάριθμοι, η κάθοδός τους ήταν ειρηνική, προοδευτικώς όμως επλήθυναν. Η προοδευτική πλήθυνση των Αρμενοειδών στην Πρόσω Ανατολή επισημαίνεται με στοιχεία παλαιοανθρωπολογικά. Κατά τον Σουηδό ανθρωπολόγο Lundman, σε πανάρχαιες εποχές οι κάτοικοι της Μέσης Ανατολής ήσαν δολιχοκέφαλοι και χαμαίκρανοι – πλην των Σουμερίων, που ήσαν ορθόκρανοι – και μόνον σε βραδύτερους χρόνους, με την είσοδο του αρμενοειδούς φύλου, άρχισε η πλήθυνσι των υψιβραχυκεφάλων. Οι βραχύκρανοι σκελετοί της -4ης χιλιετίας στην Μέση Ανατολή αποτελούσαν το 13,7% του συνόλου, ενώ στην -1η χιλιετία (μετά την γενική κάθοδο των αρμενοειδών) αυτοί φθάνουν το 75%.
Το Αρμενοειδές φύλο χαρακτηρίζεται από έντονη βραχυκεφαλία, μεγάλη υψικρανία, βαθύχρωμα μαλλιά και μάτια, ωχρό δέρμα, ισχυρή τριχοφυΐα προσώπου και μύτη μακριά και γρυπή ( Ο Χανς Γκύντερ περιγράφει την μύτη των Αρμενοειδών «κρεμασμένη, με άκρο χοντρό».). Στο αιματικό σύστημα ΑΒ0 οι Αρμενοειδείς παρουσιάζονται (Στις αρμενοειδείς κοινότητες, στο μεν αιματικό σύστημα Μ-Ν η ομάδα Μ είναι γύρω στο 56% μόνον, στο δε σύστημα ΑΒ0 το γονίδιο r (της ομάδας Ο) είναι μόλις 45% περίπου (έναντι 65% των Μεσογειακών) και το p υπερβαίνει το 40%.) με πολύ μεγάλο ποσοστό ομάδος Α και πολύ μικρό ομάδος Ο, ενώ στο σύστημα Μ-Ν με πού χαμηλό ποσοστό ομάδος Μ.
Τα κύματα των Αρμενοειδών, που κατήλθαν τότε στην Μ. Ανατολή, εμείχθησαν με τους παλαιούς κατοίκους. Το τμήμα τους, το μικρότερο, αυτό που δεν μείχθηκε και δεν αλλοτριώθηκε, ονομάζονται Εβραίοι – μολονότι κι αυτοί υπέστησαν μία αλλοτρίωση, τον γλωσσικό εκσημιτισμό.
Ολόκληρη έτσι η Μέση Ανατολή, ήδη από την αρχαιότητα, μετετράπη σε ένα φυλετικό κράμα Οριενταλιδών – Ινδιδών – Αρμενοειδών, δυτικά δε και Νεγριδών, όπου κατά περιοχές επικρατεί τούτη ή η άλλη φυλετική συνιστώσα. Η κοινότης της γλώσσης (αραβικής) και της θρησκείας (ισλαμικής) δεν μπόρεσαν να σφυρηλατήσουν ακόμη ενιαία εθνότητα, αφού απουσιάζει η φυλετική ομοιογένεια.
Ενώ όμως η Μέση Ανατολή κατέστη ένα πολυφυλετικό κράμα, γεγονός που είχε δυσμενείς επιπτώσεις στην εν γένει πνευματική της εξέλιξη και ανάπτυξη, η Μικρά Ασία, ιδίως η παραλιακή, έμενε επί μακρόν χώρος Μεσογειακός, όπου κυριαρχούσε το Ελληνικό γένος. Στην Μικρά Ασία δεν εισέδυσε μεν η ινδική φυλή, βαθμηδόν όμως άρχισε να διολισθαίνει το αρμενοειδές φύλο και προς δυσμάς, καθώς το Περσικό Κράτος ήλεγχε στους κλασικούς χρόνους ολόκληρη σχεδόν την περιοχή – πλην της Ιωνίας. Ο πληθυσμός της Μικράς Ασίας σιγά σιγά «εξαρμενιζόταν», τόσο στην Ρωμαϊκή όσο και στην Βυζαντινή εποχή, υπό την έννοια ότι οι εκχριστιανιζόμενοι πληθυσμοί, ελληνικής και αρμενοειδούς καταγωγής, ανεμειγνύοντο μεταξύ τους σε ενιαίο λαό.
Έτσι, με εξαίρεση την παραλιακή ζώνη της Ιωνίας, ο μικρασιατικός πληθυσμός κατέστη κι αυτός κράμα Αρμενοειδών και Μεσογειακών…
hellinon
Οι Άραβες χαρακτηρίζονται από κοινή γλώσσα, την αραβική, η οποία ως φορέας του Ισλαμισμού εκτόπισε όλες τις παλιές σημιτικές γλώσσες. Είναι όμως και αυτή σημιτική.
Για να αντιληφθούμε την εθνολογική δομή του αραβικού κόσμου, θα πρέπει να ρίξουμε πρώτα μία ματιά στην φυλετική καταβολή και της Βορείου Αφρικής. Εκεί, στην Βόρειο Αφρική, δυτικώς της Αιγύπτου, επικρατούσαν δύο πολιτισμοί στο τέλος της Μεσολιθικής εποχής, ο Μαυριτανικός και ο Κάψιος. Ο Κάψιος απλωνόταν ανατολικά (Τυνησία, Αλγερία), χωρίς να φθάνει στις ακτές και «φαινόταν σαν να ήταν εισηγμένος στην χώρα». Ο Μαυριτανικός κυριαρχούσε σ’ όλη την υπόλοιπη βορειοαφρικανική ακτή, με επίκεντρο τις κοιλάδες και τα όρη του Άτλαντος, απέναντι από το Γιβραλτάρ (Μαρόκο). Φορέας του Κάψιου πολιτισμού φαίνεται πως ήταν λαός πρωτομεσογειακός ή και ινδικός, προελθών από την Αίγυπτο, ενώ του Μαυριτανικού πολιτισμού φορέας ήταν το «στενοδολιχόμορφο» φύλο, που έχουμε ονομάσει Ατλαντίδες.
Τα ευρήματα του Μέχτα, του Ταφοράλτ κ.ά. μας δείχνουν το ίδιο περίεργο κρανίο, με τις υπερμεγέθεις διαστάσεις μήκους και ύψους και κάπως ευπρόσωπο, που είχαμε συναντήσει σε μερικά σημεία της Κεντρ. Ευρώπης και στους Σουμέριους: Εδώ, στο Μαρόκο και τις ακτές της Αλγερίας και της Τυνησίας, αυτό κυριαρχεί. Αλλά μετά το -5000 εμφανίζεται ισχυρή η Μεσογειακή φυλή, ο Μαυριτανικός πολιτισμός εκλείπει και ο Νεολιθικός – Γεωργικός πολιτισμός εισάγεται στην χώρα. Ταυτόχρονα, οι Ατλαντίδες άρχισαν να ωθούνται προς δυσμάς και η πίεση αυτή «θα λήξει με την νίκη των Μεσογειακών» (Ferembach), αφού οι Ατλαντίδες θα συμπτυχθούν επάνω στους ορεινούς όγκους του Άτλαντος, έχοντας απολέσει τον παλαιό τους βιοτικό χώρο (Κατά την μυθολογία, ο Ηρακλής είχε διέλθει από την Κυρήνη στην διάρκεια του δεκάτου του άθλου (Διόδωρος Σικελιώτης, Δ. 17), όπου νυμφεύθηκε την βασίλισσα Τίγγη, ο δε υιός τους έγινε νέος βασιλιάς της χώρας, διοικήσας αυτήν με ελληνικά στρατεύματα (Πλούταρχος, Σερτωρ. 9)).
Τα στοιχεία αυτά, που στηρίζονται σε παλαιοανθρωπολογικά μόνον ευρήματα, συμφωνούν χρονολογικά με την υπόθεση, ότι ο Ατλαντικός πόλεμος πρέπει να έγινε μεταξύ -5000 και -4000.
Υπενθυμίζεται ότι στην ίδια εποχή του -4500 ανάγεται και η δίοδος των Μεσογειακών μέσω των Μοραβικών Πυλών προς την βόρειο Ευρώπη. Μέχρι τότε η περιοχή αυτών των Πυλών φαίνεται πως κατοικείτο από Ατλαντίδες (Τα μεσολιθικά ευρήματα σε Vestonice και Stare Mesto χαρακτηρίζονται μεν «πρωτομεσογειακά» από τον Γέλινεκ, αλλά μάλλον ήσαν «ατλαντικά», αφού είχαν κρανιακό ύψος 144.). Όπως και στην Βόρειο Αφρική, έτσι και στην Μοραβία την ίδια εποχή οι Ατλαντίδες (που είχαν αναπτύξει κι εκεί τον πολιτισμό Unetice, με αξιόλογη εμπίεστη κεραμική) αιφνιδίως εξαφανίζονται παλαιοανθρωπολογικώς. Κατάλοιπα των αρχαίων Ατλαντιδών επρόκειτο να εύρουν οι Ισπανοί άποικο τον 15ον αιώνα στις Καναρίους Νήσους – λίγους κατοίκους με περίεργη ευρυπροσωπία, απομονωμένους εκεί από χιλιετιών.
Τα στοιχεία αυτά μας θυμίζουν επίσης τον Πλάτωνα («Τῶν ἐντὸς τῇδε 25.b Λιβύης μὲν ἦρχον μέχρι πρὸς Αἴγυπτον͵ τῆς δὲ Εὐρώπης μέχρι Τυρρηνίας» (Τίμαιος 25. Β). Ας σημειωθεί ότι η Παλαιοανθρωπολογία έχει εντοπίσει τέτοια κρανία Ατλαντιδών στην Δυτική Ευρώπη, από Ισπανία μέχρι Τσεχίας και Ιταλίας, αλλά και στην Ουκρανία.), κατά τον οποίο στην Βορειοδυτική Αφρική ήσαν κύρια η παρουσία των Ατλαντιδών, μέχρι να ηττηθούν αυτοί από τους Έλληνες. Τα στοιχεία αυτά ταιριάζουν ακόμη και με την υπόθεση της εντεύθεν μετοικήσεως των Σουμερίων προς την Μεσοποταμία. Φαίνεται δηλ., ότι οι Μεσογειακοί, πιέζοντας τους Ατλαντίδες στις ακτές της Βορείου Αφρικής, τους μεν κατοίκους Αλγερίας και Μαρόκου ώθησαν επί του Άτλαντος όρους, τους δε ανατολικούς κατοίκους της Τυνησίας κατεδίωξαν ή υποχρέωσαν να κινηθούν προς ανατολάς, μέχρι Μεσοποταμίας. Οι ατλαντικοί Σουμέριοι έκαναν δηλαδή τότε την αντίστροφη περίπου μετοίκηση, που θα έκαναν οι Φοίνικες 3000 χρόνια μετά προς Καρχηδόνα.
Η προέλευση αυτών των Μεσογειακών, που έφεραν τον γεωργικό πολιτισμό στην Βόρειο Αφρική, αμφισβητείται. Μερικοί τους θεωρούν ως προελθόντες από την Παλαιστίνη. Μάλλον όμως πρέπει να ήλθαν από την απέναντι ευρωπαϊκή ακτή κατά την εποχή της Αρίας ακμής, για να ενισχύσουν τους παλαιούς Μεσογειακούς κατοίκους. Τούτο, διότι πρώτον μεν οι έποικοι ήσαν κάπως ανοιχτόχρωμοι (ενώ οι κάτοικοι της Παλαιστίνης δεν ήσαν). Δεύτερον, διότι έπασχαν από θαλασσαναιμία, ασθένεια ενδημική στην Μεσογειακή φυλή (όχι όμως και στο Ανατολικομεσογειακό φύλο ούτε στους σημερινούς Άραβες), η οποία και σήμερα είναι ενδημική στους Βερβέρους. Τρίτον, διότι οι Βέρβεροι, απόγονοι εν μέρει των Μεσογειακών εκείνων εποίκων, έχουν χαμηλό q στο αιματικό σύστημα ΑΒ0 (6,5 μόνον), εν αντιθέσει με τους Άραβες (16 περίπου). Η προϊούσα όμως μείξη με τους Αιγυπτίους, αλλά και με τους Νιγρίδες από τον νότο, θα διαβρώσει και τον λαό της Βορ. Αφρικής και τελικώς θα τον εντάξει στον μεγάλο αραβικό κόσμο.
Γενικά μπορεί επομένως να πει κανείς, ότι οι Άραβες ανήκουν φυλετικώς στους Οριενταλίδες, αλλά με ποικίλες μείξεις. Οι Οριενταλίδες χαρακτηρίζονται από δολιχοκρανία, λεπτορρινία και βαθύχρωμα μαλλιά και μάτια. Από την Μεσογειακή φυλή, από την οποία προέρχονται, διαφέρουν κυρίως στην μεγαλύτερη χαμαικρανία, στο στενότερο μέτωπο και στα παχύτερα χείλη. Κατά περιοχές (π.χ. Λιβύη) είναι σαφέστερη η παρουσία και του αυθεντικού Μεσογειακού στοιχείου.
Αποφασιστική επίδραση στην διαμόρφωση των Αράβων είχε, όπως ελέχθη, η ινδική φυλή. Η φυλή αυτή με τις δύο πτέρυγές της (την δραβιδική και την αιθιοπική) διείσδυσε προς αμφότερα τα άκρα του αραβικού αυτού κόσμου. Ανατολικά μεν έντονη υπήρξε η ανάμειξη στο Αφγανιστάν και λιγότερο στην Περσία, δυτικά δε (από Αραβία και Αίγυπτο) διείσδυση υπήρξε και στο κέντρο της Μέσης Ανατολής και στην Βορ. Αφρική. Ο Λούντμαν τονίζει ότι είναι τόση η ανάμειξι με τους Ινδούς στο Αφγανιστάν και το Ιράν, ώστε είναι δυσχερέστατη η οριοθέτηση της Ινδικής από την Ευρωπαϊκή φυλή. Το ίδιο συμβαίνει και στο δυτικό τμήμα της Βορείου Αφρικής.
Ο τρίτος φυλετικός παράγων στην διαμόρφωση του αραβικού κόσμου ήσαν οι Αρμενοειδείς. Από το -3500 είχε αρχίσει πράγματι η κάθοδος των Αρμενοειδών στην Μέση Ανατολή. Αυτό το φύλο, γνωστό και ως Προσωασιατικό, είχε κοιτίδα την περιοχή του Καυκάσου, μεταξύ Κασπίας θαλάσσης και Ευξείνου Πόντου. Ακολουθώντας τις όχθες του ποταμού Τίγρι εκινούντο οι Αρμενοειδείς στον νότον. Τον πρώτο καιρό ήσαν ολιγάριθμοι, η κάθοδός τους ήταν ειρηνική, προοδευτικώς όμως επλήθυναν. Η προοδευτική πλήθυνση των Αρμενοειδών στην Πρόσω Ανατολή επισημαίνεται με στοιχεία παλαιοανθρωπολογικά. Κατά τον Σουηδό ανθρωπολόγο Lundman, σε πανάρχαιες εποχές οι κάτοικοι της Μέσης Ανατολής ήσαν δολιχοκέφαλοι και χαμαίκρανοι – πλην των Σουμερίων, που ήσαν ορθόκρανοι – και μόνον σε βραδύτερους χρόνους, με την είσοδο του αρμενοειδούς φύλου, άρχισε η πλήθυνσι των υψιβραχυκεφάλων. Οι βραχύκρανοι σκελετοί της -4ης χιλιετίας στην Μέση Ανατολή αποτελούσαν το 13,7% του συνόλου, ενώ στην -1η χιλιετία (μετά την γενική κάθοδο των αρμενοειδών) αυτοί φθάνουν το 75%.
Το Αρμενοειδές φύλο χαρακτηρίζεται από έντονη βραχυκεφαλία, μεγάλη υψικρανία, βαθύχρωμα μαλλιά και μάτια, ωχρό δέρμα, ισχυρή τριχοφυΐα προσώπου και μύτη μακριά και γρυπή ( Ο Χανς Γκύντερ περιγράφει την μύτη των Αρμενοειδών «κρεμασμένη, με άκρο χοντρό».). Στο αιματικό σύστημα ΑΒ0 οι Αρμενοειδείς παρουσιάζονται (Στις αρμενοειδείς κοινότητες, στο μεν αιματικό σύστημα Μ-Ν η ομάδα Μ είναι γύρω στο 56% μόνον, στο δε σύστημα ΑΒ0 το γονίδιο r (της ομάδας Ο) είναι μόλις 45% περίπου (έναντι 65% των Μεσογειακών) και το p υπερβαίνει το 40%.) με πολύ μεγάλο ποσοστό ομάδος Α και πολύ μικρό ομάδος Ο, ενώ στο σύστημα Μ-Ν με πού χαμηλό ποσοστό ομάδος Μ.
Τα κύματα των Αρμενοειδών, που κατήλθαν τότε στην Μ. Ανατολή, εμείχθησαν με τους παλαιούς κατοίκους. Το τμήμα τους, το μικρότερο, αυτό που δεν μείχθηκε και δεν αλλοτριώθηκε, ονομάζονται Εβραίοι – μολονότι κι αυτοί υπέστησαν μία αλλοτρίωση, τον γλωσσικό εκσημιτισμό.
Ολόκληρη έτσι η Μέση Ανατολή, ήδη από την αρχαιότητα, μετετράπη σε ένα φυλετικό κράμα Οριενταλιδών – Ινδιδών – Αρμενοειδών, δυτικά δε και Νεγριδών, όπου κατά περιοχές επικρατεί τούτη ή η άλλη φυλετική συνιστώσα. Η κοινότης της γλώσσης (αραβικής) και της θρησκείας (ισλαμικής) δεν μπόρεσαν να σφυρηλατήσουν ακόμη ενιαία εθνότητα, αφού απουσιάζει η φυλετική ομοιογένεια.
Ενώ όμως η Μέση Ανατολή κατέστη ένα πολυφυλετικό κράμα, γεγονός που είχε δυσμενείς επιπτώσεις στην εν γένει πνευματική της εξέλιξη και ανάπτυξη, η Μικρά Ασία, ιδίως η παραλιακή, έμενε επί μακρόν χώρος Μεσογειακός, όπου κυριαρχούσε το Ελληνικό γένος. Στην Μικρά Ασία δεν εισέδυσε μεν η ινδική φυλή, βαθμηδόν όμως άρχισε να διολισθαίνει το αρμενοειδές φύλο και προς δυσμάς, καθώς το Περσικό Κράτος ήλεγχε στους κλασικούς χρόνους ολόκληρη σχεδόν την περιοχή – πλην της Ιωνίας. Ο πληθυσμός της Μικράς Ασίας σιγά σιγά «εξαρμενιζόταν», τόσο στην Ρωμαϊκή όσο και στην Βυζαντινή εποχή, υπό την έννοια ότι οι εκχριστιανιζόμενοι πληθυσμοί, ελληνικής και αρμενοειδούς καταγωγής, ανεμειγνύοντο μεταξύ τους σε ενιαίο λαό.
Έτσι, με εξαίρεση την παραλιακή ζώνη της Ιωνίας, ο μικρασιατικός πληθυσμός κατέστη κι αυτός κράμα Αρμενοειδών και Μεσογειακών…
![]() |
| Τυπικός Αρμενοειδής (φωτογρ. Μπέρναρντ). |



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου