Μικρές, πικρές ιστορίες αεροδρομίου
στην «Κ.Ε.» από τους ανθρώπους που εγκατέλειψαν την πατρίδα τους για να
βρουν μια καλύτερη ζωή στην Ελλάδα και τώρα προσδοκούν μόνο την πτήση
που θα τους οδηγήσει ξανά στο Πακιστάν, το Μπανγκλαντές, το Ιράκ (και
όχι μόνο)
Νόστος με τζελ στο μαλλί,
φρεσκοσιδερωμένα ρούχα -απομιμήσεις από διάσημες φίρμες- και καινούργια
αθλητικά παπούτσια με αερόσολα.
Τελευταία πόζα επί ελληνικού εδάφους
στην αίθουσα αναχωρήσεων του «Ελ. Βενιζέλος», με απαραίτητο αξεσουάρ τα
«μουράτα» (πλαστικά βέβαια...) γυαλιά ηλίου. Λες και θέλουν να κλείσουν
αισιόδοξα ένα άλμπουμ το οποίο -ερχόμενοι οι περισσότεροι με τα πόδια
από το Πακιστάν, το Μπανγκλαντές και το Ιράκ- προσδοκούσαν ότι θα ήταν
το άλμπουμ των ονείρων τους.
Ο Καμίλ Τσαχζάντ ήταν ψήστης στη Νάξο.
«Φαγιά, γλυκά, ό,τι θες». Η μητέρα του πριν πεθάνει ζήτησε να τον δει
και να τον παντρέψει. Δεν έχει χαρτιά για να ξαναγυρίσει
Δεν είναι ώρα όμως για απολογισμό, αλλά για «κουντάχ χαβίζ». Στη
διάλεκτο ουρντού σημαίνει «αντίο». Το ακούς στο αεροδρόμιο από
εκατοντάδες Πακιστανούς κάθε εβδομάδα. Την Πέμπτη νωρίς το πρωί, έφυγαν
72 για τη Λαχώρη. Το μεσημέρι άλλοι 28 για Ισλαμαμπάντ, 23
Μπανγκλαντεσιανοί για την Ντάκα και 10 Ιρακινοί. Οι περισσότεροι δεν
έχουν ξαναμπεί σε αεροπλάνο... Οι πιο ανυπόμονοι έχουν έρθει στο
αεροδρόμιο 5 ώρες νωρίτερα. Εχουν στο πέτο τα διαβατήρια και τα
καμαρώνουν σαν παρασημοφορημένοι στρατηγοί. Τα διαβατήρια και το
«laissez-passer» είναι τα πρώτα και μοναδικά έγγραφα που τους παραχώρησε
η ελληνική πολιτεία όταν αποφάσισαν ότι θα επιστρέψουν στην πρώτη
πατρίδα τους. Πρώτη, γιατί -όπως λένε- «η Ελλάδα είναι η δεύτερη
πατρίδα». Μέσος όρος ηλικίας τα 25 έτη...
* «Συνέντευξη, παππού», φωνάζουν βλέποντας τον φωτογράφο. Ο φακός ζουμάρει στον γηραιότερο, τον Μοχάμαντ Σαντί. Θεωρείται παππούς στα 42 του! «Πέντε χρόνια εδώ, κάνει κρεμμύδια στο χωριό, στη Θήβα. Τώρα δεν έχει καθόλου δουλειά», μας λέει. Ζούσε σε μια γκαρσονιέρα μαζί με άλλους 5 μετανάστες. Συμπατριώτης του ο Κασίμ. Μόλις 5 μήνες στην Ελλάδα, αλλά μπορεί να συνεννοείται. Δούλευε σε χωριά της Κρήτης, μαζεύοντας ελιές. «Πακιστάν έχει μουστάκι. Κρήτη έχει μουστάκι. Κασίμ αρέσει Ελληνα, αλλά δεν έχει τι να κάνει», λέει. Το «αφεντικό» του τον φώναζε Αλί.
* «Για τα αφεντικά, είμαστε ο Αλί, ο Χασάν, ο Αχμέτ και ο Χουσεΐν», λέει ο Ανσέρ, 27 ετών από το Κασμίρ, και συνεχίζει: «Οχτώ χρόνια δουλεύω, 10 ο αδερφός μου. Εγώ έβγαζα 150 ευρώ την εβδομάδα. Τώρα 70. Αυτός τίποτα, εδώ και 4 χρόνια». Στις αποσκευές των περισσότερων, αμπαλαρισμένες κουβέρτες σε έντονα χρώματα. «Εχει κουβέρτες στο Πακιστάν. Εδώ όμως έχει ποικιλία»...
* Αντίθετα, ο Κουρέμ Σαχζάντ θα στείλει sms στο αφεντικό του, όταν προσγειωθεί. Φεύγει για τη Λαχώρη, έπειτα από 5 χρόνια. «Τον αγαπούσα πολύ. Πολύ καλό αφεντικό. Ελεγαν εσύ, Κουρέμ, είσαι σαν οικογένεια. Αν είχα άδεια παραμονής και βίζα, θα ξαναγύριζα στην Αντίπαρο», λέει κοιτάζοντας στο κινητό τη φωτογραφία της Ούσμα. «Πέθανε η κόρη μας και η γυναίκα μου είναι μόνη. Είπα στο αφεντικό να κάνει χαρτιά για μένα, αλλά λέει ότι ο νόμος είναι σκληρός. Να γυρίσεις, Κουρέμ, για διακοπές, με είπε».
* «Είμαι 10 χρόνια εδώ, μαζί με τη γυναίκα μου. Δουλειά είχα. Λόγω της γυναίκας μου, που δεν είχε χαρτιά, φεύγω. Τα δικά μου λήξανε. Εχω τόσα χρόνια εδώ, με σταματάνε στο δρόμο και χάνω 4 ώρες, μου φωνάζουν μπροστά στα παιδιά». Ο Μοσίντ, Ιρακινός, δούλευε σε μία μεταφορική. «Κακοπληρωμένος», λέει. «Το παιδί έχει γεννηθεί εδώ. Τουλάχιστον στην πατρίδα δεν θα ψοφήσουμε από την πείνα»...
Εφτιαξαν οικογένειες
* Και ο Χάνες είναι οικογενειάρχης. Φεύγει από την Ελλάδα σήμερα, έπειτα από 25 χρόνια. Με δυσκολία διακρίνει κανείς την ξενική προφορά του. Οταν ήρθε, περπατώντας από το Ισλαμαμπάντ, ήταν 16 ετών. Φεύγει στα 41 με δύο παιδιά και τη σύζυγό του, Νάσμα. Παντρεύτηκαν στην Αθήνα. Πριν από λίγες ημέρες ξενοίκιασαν το σπίτι τους στον Βοτανικό και ο Χάνες είπε στο αφεντικό του ότι σταματάει από τη δουλειά. «Θα με φιλοξενήσει ο αδερφός μου στην αρχή. Κάτι θα κάνω με τη δουλειά. Εδώ δούλευα ως μεταφορέας και έπαιρνα 520 ευρώ. Το νοίκι ήταν 300 ευρώ, μου περίσσευαν 220. Τι να πρωτοκάνεις με αυτά; Γάλα να πάρεις; Πάνες; Δεν μπορούσα να μεγαλώσω τα παιδιά μου με αξιοπρέπεια. Σταμάτησα και τον Σατζέμπ από το σχολείο». Η Νάσμα ξαφνικά συννεφιάζει. Ο Σατζέμπ καταλαβαίνει ουρντού, αλλά μιλά ελάχιστα, πήγαινε σε ελληνικό νηπιαγωγείο και το βλέμμα του είναι συνεχώς στις αποσκευές. «Προσέχω το ποδήλατο», λέει. Ο μικρός αδερφός του, Ζαχέμπ, κοιμάται στο καρότσι. «Γεννήθηκαν εδώ και είναι ξένα. Δεν πήρα εγώ υπηκοότητα, θα πάρουν τα παιδάκια;»...
* «Εγώ μάζευα μακαρόνια», λέει ο Ισλάμ. Δούλευε στην κουζίνα αλυσίδας εστιατορίων με ιταλικό μενού. «Ελεγα στο αφεντικό να πληρώσει. Μου λέει: "Αν θέλεις, κάτσε, αν θέλεις, φύγε"... Γυρνούσα χωρίς λεφτά και φοβόμουν κιόλας. Πριν ήτανε καλά εδώ. Είμαι παντρεμένος, πήγα 2-3 φορές να δω τη γυναίκα μου. Πάω τώρα να κάνω παιδιά. Τι να κάνω; Τζάμπα θα πεθάνω εδώ. Δεν έχει χαρτιά, δεν μπορεί να στείλει πατρίδα λεφτά»...
«Αμπκασαφέρ κατσάρ γκουσρέ», λοιπόν, στο εργατικό δυναμικό, στους φίλους, που αυτή η χώρα έχασε χωρίς να αξιοποιήσει. Στα ελληνικά; «Καλό ταξίδι»...
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου